«Άσε το Κακό να Μπει» του Ματ Ριβς: Μία διαφορετική ιστορία τρόμου που ταυτόχρονα λειτουργεί και σαν μια μεταφορά για το συχνά οδυνηρό πέρασμα προς την ενηλικίωση

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα αξιόλογο ριμέικ του αριστουργηματικού σουηδικού θρίλερ, από τον Ματ Ριβς. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης είναι γνωστός για τις ταινίες του, «Cloverfield» (2008), «Dawn of the Planet of the Apes» (2014) και «War for the Planet of the Apes» (2017), ενώ από την Πέμπτη 3 Μαρτίου κυκλοφορεί στους Κινηματογράφους η νέα του ταινία: «The Batman». Το φιλμ «Άσε το Κακό να Μπει» προβάλλεται από την κρατική τηλεόραση και αποτελεί την τηλεοπτική μας πρόταση.

Ο δωδεκάχρονος Όουεν (Κόντι Σμιτ-ΜακΦί) μεγαλώνει στο Νιου Μέξικο κλεισμένος στον εαυτό του, αφού η μητέρα του τον παραμελεί και οι συμμαθητές του στο σχολείο του επιτίθενται με κάθε ευκαιρία. Όταν κοντά στο σπίτι του μετακομίζει ένα μυστηριώδες κορίτσι, η Άμπι (Κλόι Γκρέις Μόρετζ), ανάμεσά τους δημιουργείται σιγά-σιγά μία βαθιά φιλία. Καθώς όμως μια σειρά από μυστηριώδεις φόνους συγκλονίζει τη μικρή πολιτεία, ο Όουεν θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την αλήθεια και να δεχτεί ότι η φαινομενικά αθώα φίλη του, είναι βαμπίρ.

«Ο θρύλος των βαμπίρ χρησιμοποιείται συχνά τελευταία σαν ένα μέσο εξερεύνησης της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Η συγκεκριμένη ιστορία όμως εκμεταλλεύεται αυτό το αρχέτυπο για να εξερευνήσει κάτι τελείως διαφορετικό», παρατηρεί ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος του έργου Ματ Ριβς

Το έργο βασίζεται στο μυθιστόρημα του Σουηδού, Γιον Άιβιντε Λίντκβιστ «Άσε το Κακό να Μπει» και στην πολυσυζητημένη ομώνυμη ταινία, που τιμήθηκε το 2008 στο Tribeca Film Festival με το Founders Award for Best Narrative Feature. Η απρόσμενη επιτυχία του πρωτότυπου φιλμ τράβηξε το ενδιαφέρον των εταιρειών Hammer Films και Overture Films, που κατάφεραν να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα για μια νέα κινηματογραφική μεταφορά του έργου.

Η Overture Films προσέγγισε τον Ματ Ριβς μόλις ολοκλήρωσε τα γυρίσματα της ταινίας «Cloverfield» και του ζήτησε να μεταφέρει την ιστορία του βιβλίου σε ένα αμερικάνικο περιβάλλον για μια αγγλόφωνη ταινία. Ο Ριβς συγκινήθηκε από το θέμα του έργου, που σε πολλά σημεία του θύμισε τα δικά του παιδικά χρόνια και όταν ενημερώθηκε για την εμπλοκή της Hammer Films στην παραγωγή, δέχτηκε με ενθουσιασμό: «θεώρησα συναρπαστική τη συγκυρία να γυρίσουμε αυτή την ταινία με τη Hammer Films, που έχει συνεισφέρει όσο καμιά άλλη στο συγκεκριμένο είδος ταινιών».

Για την ιστορία, η Hammer Films είναι η θρυλική Βρετανική εταιρεία παραγωγής ταινιών τρόμου που ιδρύθηκε το 1934 και σημάδεψε την ιστορία του κινηματογράφου με ταινίες όπως «Δράκουλας» και «Η Κατάρα του Φράνκενσταϊν». Το φιλμ «Let Me In / Άσε το Κακό να Μπει» αποτέλεσε την πρώτη παραγωγή της εταιρείας μετά από 30 χρόνια.

Μένοντας πιστός στην ουσία του βιβλίου αλλά και της πρώτης ταινίας, ο Ριβς ως σεναριογράφος μετέφερε την ιστορία σε μία μικρή πόλη στα βουνά του Νιου Μέξικο: «με απασχόλησε πολύ το πώς θα μπορούσα να μεταφράσω τη Σουηδία του ’80 στην Αμερική του ’80, την Αμερική του Ρέιγκαν. Ήταν η εποχή του ψυχρού πολέμου, όπου ο Ρέιγκαν, σε μια ιστορική του ομιλία, μας διαβεβαίωνε ότι το κακό βρισκόταν εκεί έξω, στην πλευρά των Σοβιετικών, ενώ εμείς οι Αμερικάνοι ήμασταν οι «καλοί». Και αναρωτήθηκα πώς άραγε θα αισθανόταν ένα παιδί σαν τον Όουεν, που μεγάλωνε μέσα σε ένα περιβάλλον αδιαφορίας και κακομεταχείρισης… Φαντάζομαι ότι θα ένιωθε ιδιαίτερα μπερδεμένος».

Παρότι οι παραγωγοί και ο σκηνοθέτης ασπάστηκαν τα υπερφυσικά στοιχεία της ιστορίας, θέλησαν ταυτόχρονα να δώσουν έμφαση στο συναισθηματικό ρεαλισμό. «Το συναρπαστικό σε μια ταινία τρόμου, κατά τη γνώμη μου, είναι να κρύβει μια μεγαλύτερη ιδέα κάτω από την επιφάνεια» λέει ο Ριβς. Όπως παρατηρεί και η συμπαραγωγός Βίκυ Ντι Ροκ, η ταινία «είναι ένα σχόλιο πάνω στην ανθρωπότητα: στο πόσο αποξενωμένοι μπορεί να αισθάνονται οι άνθρωποι και στο τίμημα που θα ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν για να αγαπηθούν».

Όπως ήταν σε όλους φανερό εξ’ αρχής, η επιτυχία της ταινίας θα εξαρτιόταν από τους δύο νεαρούς ηθοποιούς οι οποίοι θα υποδύονταν τον Όουεν και την Άμπι, καθώς και από τη χημεία που θα αναπτυσσόταν μεταξύ τους. Η διαδικασία του καστ κράτησε οκτώ μήνες. Τελικά ο κατάλληλος Όουεν βρέθηκε στο πρόσωπο του Κόντι Σμιτ-ΜακΦί: ο 13χρονος Αυστραλός προέρχεται από οικογένεια ηθοποιών και τα τελευταία χρόνια είχε συμμετάσχει σε αρκετές αμερικάνικες και αυστραλέζικες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές, οπότε είχε ήδη σημαντική εμπειρία για να αναλάβει ένα τόσο δύσκολο ρόλο. Έχοντας καταλήξει στον Κόντι Σμιτ-ΜακΦί, έπρεπε τώρα να βρεθεί μία συνομήλική του ηθοποιός με την οποία θα ανέπτυσσαν τη σωστή δυναμική.

Η 12χρονη τότε Κλόι Γκρέις Μόρετζ ξεχώρισε ανάμεσα στις υπόλοιπες υποψήφιες για τον ρόλο, χάρη στην ωριμότητα και την αυτοπεποίθησή της, το σπάνιο συνδυασμό δυναμισμού και ευαισθησίας. «Η Άμπι είναι 12 ετών, αλλά βρίσκεται στην ίδια ηλικία εδώ και πάνω από 250 χρόνια. Είναι 12χρονη στην αιωνιότητα» παρατηρεί ο σκηνοθέτης, που για να μυήσει την Κλόι στον ρόλο, της έδειξε φωτογραφίες της γνωστής φωτογράφου Μαίρη Έλεν Μαρκ από μία οικογένεια αστέγων. Οι φωτογραφίες παρουσίαζαν μεταξύ άλλων και ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, με σκληρή, περιφρονητική ματιά, που όμως κατά βάθος φαινόταν πληγωμένο.

Ο Ριβς επίσης πρότεινε στην Μόρετζ να γράψει ένα ημερολόγιο για τη ζωή της προτού μετατραπεί σε βαμπίρ, ώστε να καταλάβει πώς κατέληξε να γίνει ο χαρακτήρας που βλέπουμε στην ταινία. Έτσι η Κλόι σχημάτισε τη δική της εικόνα και αντίληψη για την αιώνια ζωή: «πολλοί μπορεί να πιστεύουν ότι θα ήταν καλό να ζεις για πάντα, όμως εγώ δε συμφωνώ» λέει η νεαρή πρωταγωνίστρια. «Σίγουρα έχει ενδιαφέρον να βλέπεις την τεχνολογία και τις γενιές να εξελίσσονται. Όμως είναι στενάχωρο να ξέρεις ότι δε θα μεγαλώσεις ποτέ, ότι ποτέ σου δε θα αποκτήσεις σύζυγο ή παιδιά, ότι δε θα αγαπηθείς».

Ο Ριβς ενθάρρυνε επίσης τη σχέση των νεαρών πρωταγωνιστών εκτός γυρισμάτων, ώστε να ενισχυθεί η χημεία μεταξύ τους. Και πράγματι τα δύο παιδιά πέρασαν αρκετό χρόνο μαζί, γεγονός που αποτυπώνεται στην κινηματογραφική τους σχέση. «Χωρίς αυτούς του δύο πρωταγωνιστές δε θα καταφέρναμε να γυρίσουμε την ταινία. Είναι πραγματικά ξεχωριστοί» παρατηρεί συνολικά ο σκηνοθέτης.

Ο Ρίτσαρντ Τζένκινς, υποψήφιος για Όσκαρ με την ερμηνεία του στην ταινία «The Visitor», υποδύεται τον κηδεμόνα – φύλακα της Άμπι: ο Ριβς συνάντησε τυχαία τον καταξιωμένο ηθοποιό την περίοδο που επεξεργαζόταν το σενάριο της ταινίας και πείστηκε ότι ήταν ιδανικός για το ρόλο. «Ήθελα οι θεατές να ζήσουν την πραγματικότητα των χαρακτήρων μέσα από την προσωπική τους οπτική γωνία. Και παρότι ο Πατέρας κάνει πράγματα που μοιάζουν αδιανόητα για τους περισσότερους ανθρώπους, αισθάνθηκα ότι ο Ρίτσαρντ θα μπορούσε να τον φέρει πιο κοντά στο κοινό, να τον κάνει κατανοητό» εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Στον ρόλο του ανώνυμου αστυνομικού που προσπαθεί να βρει τα ίχνη του Πατέρα και της Άμπι συναντάμε τον Καναδό ηθοποιό ελληνικής καταγωγής, Ελίας Κοτέας: «Αισθάνθηκα ότι χρειαζόταν ένας χαρακτήρας που να αναζητά μία εξήγηση για όλα όσα συμβαίνουν στην πόλη. Κι επειδή στο έργο δεν υπάρχουν πολλοί διάλογοι, ο αστυνομικός γίνεται ο οδηγός μας στην ιστορία» εξηγεί ο Ριβς. Τέλος, σημαντικό ρόλο στην ταινία όσον αφορά στην ψυχολογία του Όουεν παίζει η μητέρα του, την οποία υποδύεται η Κάρα Μπουόνο: ο σκηνοθέτης επέλεξε συνειδητά να συσκοτίσει το πρόσωπό της σε όλη την ταινία, καθιστώντας την αόρατη για τους θεατές όπως είναι και για τον Όουεν στην καθημερινότητά του.

Για να αποτυπώσει τη συγκεκριμένη αίσθηση που αναζητούσε για την ταινία, ο Ριβς συνεργάστηκε με τον καταξιωμένο διευθυντή φωτογραφίας Γκρεγκ Φρέιζερ (Bright Star, Επιστροφή στην Πατρότητα). «Πίσω από το σκοτεινό περιβάλλον που δημιούργησε ο Μαρκ βρίσκεται μια όμορφη ερωτική ιστορία. Η πρόκληση για εμάς ήταν να δημιουργήσουμε οπτικά στοιχεία που να συμπληρώνουν την ιστορία αυτή και να μην την καπελώνουν. Δεν αντιμετωπίσαμε το έργο σαν μια ταινία τρόμου αλλά περισσότερο σαν ένα δράμα εποχής, με πρωταγωνιστές δύο παιδιά» εξηγεί ο Φρέιζερ.

O Mατ Ριβς συνεργάστηκε επίσης στενά με τον καλλιτεχνικό διευθυντή Φορντ Γουίλερ και με την ενδυματολόγο Μελίσα Μπράνινγκ, που συνέβαλαν ενεργά στην ταινία σε αισθητικό αλλά και συμβολικό επίπεδο. Ο Γουίλερ για παράδειγμα επέλεξε να διακοσμήσει το δωμάτιο του Όουεν με ένα τεράστιο πόστερ της σελήνης και η εικόνα του 12χρονου αγοριού μπροστά της, σα μικρός αστροναύτης, λειτουργεί σα μια μεταφορά για τη μοναξιά που νιώθει και το πόσο θα ήθελε να ξεφύγει από αυτήν. Αντίστοιχα η Μπράνινγκ συντήρησε την εικόνα του μικρού αστροναύτη επιλέγοντας σαν αγαπημένο ρούχο του Όουεν ένα ασημί φουσκωτό τζάκετ, που όχι μόνο παραπέμπει στη μόδα των 80s αλλά λειτουργεί και ως πανοπλία για το αγόρι, προστατεύοντάς το από τις καθημερινές δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

Η μουσική της ταινίας, σύμφωνα με το όραμα του σκηνοθέτη, έπρεπε να εξυπηρετεί ταυτόχρονα δύο στόχους: η πρωτότυπη μουσική όφειλε να ορίζει το συναισθηματικό τόνο της ταινίας, ενώ τα τραγούδια που ακούγονται έπρεπε να μας μεταφέρουν στην αυθεντική ατμόσφαιρα του ’80. Όσον αφορά στην πρωτότυπη μουσική, ο Ριβς απευθύνθηκε στον καταξιωμένο συνθέτη Μάικλ Τζιακίνο, που τιμήθηκε με Όσκαρ για τη δουλειά του στην ταινία της Pixar «Ψηλά στον Ουρανό» και με βραβείο ΕΜΜΥ για τη μουσική στην τηλεοπτική σειρά «Lost».

Ο Ριβς και ο Τζιακίνο μοιράζονταν τον ίδιο θαυμασμό για το θρυλικό συνθέτη Μπέρναρντ Χέρμαν, που έγραψε τη μουσική σε κλασικά έργα όπως τα Χιτσκοκικά θρίλερ «Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» και «Ψυχώ». «Ήθελα η μουσική να κινείται σε αντίστοιχο πνεύμα» παρατηρεί ο σκηνοθέτης, ο οποίος οραματιζόταν ένα μουσικό υπόβαθρο που θα περνάει διακριτικά από τον φόβο και τη μοναξιά στην τρυφερότητα. Το χαρακτηριστικά ’80ς ποπ τραγούδια που συμπληρώνουν το μουσικό σκορ επέλεξε ο μουσικός σύμβουλος Τζορτζ Ντρακούλιας (The Hangover, Star Trek, Τροπική Καταιγίδα), φροντίζοντας να παραπέμπουν στη συγκεκριμένη εποχή χωρίς όμως να γίνονται κιτς.

«Το φιλμ «Let Me In» είναι ο απόλυτος θρίαμβος των ταινιών του είδους. Όχι απλά μια ταινία τρόμου αλλά η καλύτερη Αμερικάνικη ταινία τρόμου της τελευταίας 20ετίας. Θα σε συνεπάρει, είτε είσαι έφηβος είτε 50άρης κινηματογραφόφιλος. Τρέξε να το δεις και με ευχαριστείς αργότερα.» – Στίβεν Κινγκ

Let Me In / Άσε το Κακό να Μπει
Σκηνοθεσία: Ματ Ριβς
Σενάριο: Ματ Ριβς, Γιον Άιβιντε Λίντκβιστ
Πρωταγωνιστούν: Κόντι Σμιτ-ΜακΦι, Κλόι Γκρέις Μορέτς, Ρίτσαρντ Τζένκινς, Κάρα Μπουόνο, Ελάιας Κοτέας
Έτος Παραγωγής: 2010
Χώρα Παραγωγής: Ηνωμένο Βασίλειο, Η.Π.Α.
Διάρκεια: 116 λεπτά
Προβάλλεται το Σάββατο 26 Φεβρουαρίου στις 22:00 στην ΕΡΤ3

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s