«Τα Τρία Πατώματα»: O Νάνι Μορέτι ζωντανεύει στο Σινεμά το μυθιστόρημα του Έσκολ Νέβο

Ο βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα καταξιωμένος Ιταλός σκηνοθέτης, Νάνι Μορέτι, (Αγαπημένο μου Ημερολόγιο, To Δωμάτιο του Γιου μου) συγκεντρώνει ένα σπουδαίο καστ και επιστρέφει με μία συγκινητική δραματική ταινία για τρεις οικογένειες που ζουν στο ίδιο κτίριο σε μία γειτονιά της Ρώμης. Η ταινία «Τα Τρία Πατώματα» προβάλλεται στους Κινηματογράφους, από την Πέμπτη 30 Ιουνίου.

«Η ταινία «Τα Τρία Πατώματα» βασίζεται σε μυθιστόρημα του Έσκολ Νέβο. Βιβλίο και ταινία διηγούνται ιστορίες για τρεις οικογένειες που ζουν στο ίδιο κτίριο, ιστορίες που πραγματεύονται πανανθρώπινα θέματα όπως η ενοχή, οι συνέπειες των επιλογών μας, η δικαιοσύνη και η ευθύνη του γονιού. Οι χαρακτήρες είναι εύθραυστοι και τρομαγμένοι, έρμαια των φόβων και των εμμονών τους, ενώ συχνά καταλήγουν σε ακραίες αντιδράσεις. Μολαταύτα, τα συναισθηματικά τους κίνητρα είναι ξεκάθαρα. Στην ταινία ακολουθούμε τα αφηγηματικά νήματα μέχρι την επίλυση, εξερευνώντας τις συνέπειες των πράξεων στις ζωές των ίδιων των χαρακτήρων και των αγαπημένων τους. Κάθε ξεχωριστή ιστορία αναπτύσσεται σαν αυτόνομη ταινία, προτού συνυφανθεί με τις άλλες. Στο συνεχές πέρασμα από τον έναν χαρακτήρα στον άλλον, κάθε σκηνή είναι θεμελιώδης. Το βάθος των ζητημάτων που θέτει το βιβλίο με οδήγησαν να σκεφτώ ότι η ταινία πρέπει να συμπυκνωθεί στα απολύτως ουσιώδη, χωρίς αντιπερισπασμούς ή παρεκκλίσεις.» – Νάνι Μορέτι

Τρεις οικογένειες ζουν στους τρεις ορόφους του ίδιου κτιρίου σε μία πολυτελή συνοικία της Ρώμης. Μέσα σε μία δεκαετία, η ζωή φέρνει τους πρωταγωνιστές αντιμέτωπους με συγκρούσεις που επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ αδελφών, γονιών, παιδιών και συζύγων. Οι επιλογές τους αντανακλούν πανανθρώπινα ηθικά ζητήματα και έχουν συνέπειες στις ζωές τους.

Οι ιστορίες τους συνυφαίνονται, καθώς οι επιλογές των ηρώων πυροδοτούν συνταρακτικές εξελίξεις που αλλάζουν τις ζωές τους για πολλά χρόνια. Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ισραηλινού, Eshkol Nevo (Three Floors Up), η ταινία αφηγείται μία πολυεπίπεδη ιστορία που εγείρει ερωτήματα για την ευθύνη, την απερισκεψία, την υποκρισία, την τρυφερότητα και τη γενναιοδωρία.

Καθένας από τους χαρακτήρες του Μορέτι είναι μία ευκαιρία για τον δημιουργό να εξερευνήσει την ανθρώπινη εμπειρία μέχρι τα όριά της. Στο τέλος, αυτό που επιβιώνει είναι μόνο η αγάπη.

«Σε μία εποχή που όλοι μιλάμε για το επιβαρυμένο περιβάλλον του πλανήτη που αφήνουμε πίσω για τα παιδιά μας, λίγα λέγονται πια για την ηθική κληρονομιά μας. Κάθε χειρονομία μας, ακόμα και η πιο ιδιωτική εντός της οικογενειακής εστίας, έχει συνέπειες στις μελλοντικές γενιές. Καθένας από εμάς πρέπει να αναγνωρίσει αυτό το γεγονός και να αναλάβει την ευθύνη του: είναι οι πράξεις μας εκείνες που κληροδοτούμε στα παιδιά μας. Αυτή η ιστορία περιγράφει πώς τείνουμε να ζούμε απομονωμένοι από την έννοια της κοινότητας, που είτε αγνοούμε είτε θεωρούμε ότι είναι αναλώσιμη. Αυτές οι ιστορίες, όμως, δείχνουν πόσο εμπλεκόμαστε σε μία συλλογική προσπάθεια να νιώσουμε μέρος μιας κοινότητας. Η ταινία είναι μία πρόσκληση να ανοιχτούμε στον έξω κόσμο που γεμίζει τους δρόμους πέρα από τους τοίχους του σπιτιού μας. Είναι στο χέρι μας να μην κλεινόμαστε μέσα σε αυτούς τους τρεις ορόφους.» – Νάνι Μορέτι

Σημείωμα του συγγραφέα Eshkol Nevo / Έσκολ Νέβο:

«Tο μυθιστόρημα «Three Floors Up» δεν γράφτηκε κάτω από τη σκιά της πανδημίας. Και η εκπληκτική μεταφορά του Nanni Moretti ολοκληρώθηκε πριν οι λέξεις απομόνωση και lockdown γίνουν καθημερινές. Παρ’ όλα αυτά, όταν είδα την ταινία σκέφτηκα αμέσως ότι η προβολή της στο Φεστιβάλ Καννών πραγματοποιήθηκε την πιο κατάλληλη εποχή. Για ενάμιση χρόνο υποχρεωθήκαμε να κρατάμε αποστάσεις, να χωριστούμε από τους γονείς και τους φίλους μας επ’ αόριστον. Η ταινία μάς θυμίζει πόσο ευλογημένες και πόσο δύσκολες είναι οι στενές σχέσεις, είτε οι συντροφικές, είτε οι σχέσεις παιδιού και γονιού, είτε οι γειτονικές. Η τρομερή εναρκτήρια σκηνή – όπου ένας οδηγός χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και συγκρούεται με ένα σπίτι – είναι το πρελούδιο της πλοκής που θέλει τους χαρακτήρες να συγκρούονται μεταξύ τους επανειλημμένα. Καμιά φορά πρόκειται για ατύχημα κι άλλες φορές οδηγεί στην εξιλέωση, αλλά κανείς δεν βγαίνει αλώβητος.

Σχεδόν τέσσερα χρόνια πριν, ένα e-mail από έναν από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες, τον Nanni Moretti, έφτασε στα εισερχόμενά μου. Το μήνυμα έλεγε ότι είχε διαβάσει το βιβλίο και αναρωτιόταν αν θα του επέτρεπα να το μεταφέρει στον κινηματογράφο. Νόμιζα ότι ήταν μία φάρσα, ένας ψεύτικος Nanni Moretti. Οπότε ζήτησα, επιφυλακτικά, να μοιραστεί μαζί μου το καλλιτεχνικό του όραμα. Ως απάντηση, έλαβα ένα λεπτομερές κείμενο που εξηγούσε ότι η ταινία θα γυριζόταν στη Ρώμη και ότι κάποια κομμάτια του βιβλίου θα συμπυκνώνονταν. Η πλοκή θα μεταφερόταν από το Ισραήλ στην Ευρώπη, αλλά ο σκηνοθέτης μού υποσχέθηκε ότι η μεταφορά δεν θα πρόδιδε την ουσία του μυθιστορήματος.

Η ουσία του μυθιστορήματός μου είναι σκοτεινή, σκέφτηκα. Μία εμπορική ταινία θα αποπροσανατόλιζε τον θεατή από τα επιτακτικά θέματα που εγείρει – για τη δυναμική σε ένα ζευγάρι ή για τις σχέσεις με τα παιδιά. Αλλά αν κάποιος μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αυτός είναι σίγουρα ο σκηνοθέτης των ταινιών «Αγαπημένο μου ημερολόγιο» και «To Δωμάτιο του Γιου μου». Έγραψα στον αληθινό Nanni Moretti και του έδωσα την ευχή μου με τον όρο να μην εμπλακώ στη διαδικασία. Δεν ήθελα να διαβάσω το σενάριο ή να εγκρίνω το καστ. Δεν ήθελα να ασχοληθώ με το μοντάζ. Η εμπειρία μου με προηγούμενες κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων μου μού έχει δείξει ότι όσο λιγότερο εμπλέκομαι τόσο καλύτερα. Στο τέλος, το μόνο που του ζήτησα ήταν να δω την τελική ταινία. Την είδα δύο φορές. Την πρώτη φορά, έψαχνα – μάλλον έντονα – ίχνη του βιβλίου μου στην ταινία. Φυσικά, πρόσεξα ως επί το πλείστον τις αλλαγές που είχαν γίνει και λυπόμουν για όσα χάθηκαν στη μεταφορά.

Όταν είδα την ταινία τη δεύτερη φορά, ήμουν πιο ανοιχτός στο συναίσθημα. Επέτρεψα στην ταινία να εισχωρήσει και να με συγκινήσει. Έκλαψα και γέλασα. Θυμήθηκα την αγωνία που με κυρίευσε όταν έγραφα το βιβλίο. Θυμήθηκα τους κρυφούς λόγους που με οδήγησαν να το γράψω. Όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους, σκέφτηκα: ο σκηνοθέτης, οι σεναριογράφοι και οι ηθοποιοί δεν φοβήθηκαν. Κοίταξαν στις πιο σκοτεινές γωνίες της ψυχής τους και έριξαν το μαγικό φως του σινεμά. Είναι άραγε κάποιες φορές καλύτερο για ένα παιδί να λήξει τη σχέση με τους γονείς του; Πώς θα αντιδρούσε μία γυναίκα αν ένας άντρας την υποχρέωνε να διαλέξει ανάμεσα σε εκείνον και το παιδί τους; Πού βρίσκεται η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην υγιή ανησυχία ενός γονιού και τη νοσηρή εμμονή; Τι κρύβουν οι γείτονές μας πίσω από τις κλειστές πόρτες; Τι θα κάναμε αν ένα κοράκι εμφανιζόταν στο σπίτι μας και δεν ήθελε να φύγει;»

Η ταινία δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Στην πραγματικότητα, ένα γνήσιο έργο τέχνης δεν δίνει απαντήσεις, μόνο εγείρει ερωτήματα. Πριν από δέκα χρόνια, σε ένα μικρό στούντιο στο Ισραήλ, έγραψα ένα βιβλίο με τίτλο «Three Floors Up», που περιλαμβάνει τρεις ξεχωριστές εξομολογήσεις από τρεις απομονωμένους αμαρτωλούς που έζησαν στο ίδιο κτίριο, αλλά δεν ήξεραν ότι όλοι τους υπέφεραν. Η ταινία ακυρώνει αυτή τη μοναξιά, συνυφαίνοντας τις ζωές των χαρακτήρων. Τους επιτρέπει να πληγώνουν και να θεραπεύουν ο ένας τον άλλον, να κρατάνε κακία και να συγχωρούν. Και μας θυμίζει ότι η ευημερία μας είναι πάντα, μα πάντα, συνδεδεμένη με την ευημερία των άλλων. Και τη δύσκολη εποχή που ζούμε, έχει σημασία να το θυμόμαστε αυτό.»

Νάνι Μορέτι / Nanni Moretti

Ο Νάνι Μορέτι γεννήθηκε το 1953 στο Μπρούνικο της Ιταλίας. Στα εφηβικά του χρόνια ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική και υπήρξε μέλος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Όταν τέλειωσε το σχολείο, πούλησε τη συλλογή του από γραμματόσημα για να αγοράσει μια κάμερα super8, με την οποία γύρισε αυτοσχέδια φιλμ μικρού μήκους με τους φίλους του. Για για ένα μικρό χρονικό διάστημα εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθετών. Η καριέρα του ξεκινά το 1978 με την ταινία «EcceBombo», μια ταινία με μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία.

Το 1986 ιδρύει μαζί με τον Angelo Barbagallo την εταιρία παραγωγής, Sacher Film, που οφείλει τ’ όνομά της στο αγαπημένο του βιεννέζικο γλυκό. Αμέσως αγκαλιάζει πολλούς ανήσυχους δημιουργούς, όπως ο Daniele Luchetti και ο Carlo Mazzacurati. Το 1989 σκηνοθετεί την πιο αυτοβιογραφική, αυτοεπικριτική και παράλληλα, πολιτική του ταινία: «Palombella rossa». Η ταινία παρουσιάζεται στην εβδομάδα κριτικής της Βενετίας, αφού είχε απορριφθεί από το επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα.

Το 1991 ανοίγει σε μια λαϊκή συνοικία της Ρώμης τον κινηματογράφο Sacher, ένα διαφορετικό σινεμά που συσπειρώνει αμέσως τους σινεφίλ. Δυο χρόνια μετά επιστρέφει με το υπέροχο «Αγαπημένο μου Ημερολόγιο» και αποσπά το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών. Ενώ το 2001 κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών με το φιλμ του: «Το Δωμάτιο του Γιου μου».

Άλλες αξιόλογες ταινίες του Ιταλού δημιουργού: «Sogni d’oro», «Bianca», «La Messa e Finita», «Palombella Rossa», «Caro Diario», «Aprile», «La Stanza del Figlio», «Il Caimano». Παράλληλα όμως ο Νάνι Μορέτι έχει μία αξιόλογη καριέρα κι ως ηθοποιός σε ταινίες, όπως: «La Stanza del Figlio», «La Seconda Volta», «Bianca», «Padre Padrone».

Διαβάστε Επίσης:
«Η Μητέρα Μου»: Το συγκινητικό φιλμ του Νάνι Μορέτι με τον Τζον Τουρτούρο

Τα Τρία Πατώματα / Tre Piani / Three Floors
Σκηνοθεσία: Νάνι Μορέτι
Σενάριο: Φεντερίκα Ποντρεμόλι, Βάλια Σαντέλα, Νάνι Μορέτι
Πρωταγωνιστούν: Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Μαργκερίτα Μπάι, Αλμπα Ρορβάκερ, Αντριάνο Τζιανίνι
Φωτογραφία: Μικέλε Ντ’ Ατανάζιο
Μοντάζ: Κλέλιο Μπενεβέντο
Μουσική: Φράνκο Πιερσάντι
Έτος Παραγωγής: 2021
Χώρα Παραγωγής: Ιταλία, Γαλλία
Διάρκεια: 119 λεπτά
Κυκλοφορεί στους Κινηματογράφους από την Πέμπτη 30 Ιουνίου

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s