15 χρόνια «Zodiac»: Ο Ντέιβιντ Φίντσερ σκηνοθετεί τους Τζέικ Τζίλενχαλ, Μαρκ Ράφαλο και Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, σε ένα υποδειγματικό θρίλερ μυστηρίου το οποίο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα

Ο σπουδαίος σκηνοθέτης Ντέιβιντ Φίντσερ, μεταφέρει το 2007 στην μεγάλη οθόνη, τα πραγματικά γεγονότα που συγκλόνισαν την Αμερική, για την ιστορία ενός κατά συρροή δολοφόνου στο Σαν Φρανσίσκο. Δεκαπέντε χρόνια μετά, το «Zodiac», με πρωταγωνιστές τους: Τζέικ Τζίλενχαλ, Μαρκ Ράφαλο και Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, παραμένει ένα υποδειγματικό θρίλερ μυστηρίου, που αντέχει στο πέρασμα του χρόνου.

Το κυνηγητό του δολοφόνου ήταν μοιραίο να γίνει έμμονη ιδέα σε τέσσερις άντρες, μία εμμονή που θα τους μετέτρεπε σε φαντάσματα του εαυτού τους: οι ζωές τους οριοτέθηκαν από την ατέλειωτη σειρά στοιχείων που άφηνε πίσω του ο δολοφόνος.

Από τους τέσσερις, ο Ρόμπερτ Γκρέισμιθ (Τζέικ Τζίλενχαλ) λειτούργησε σαν μπαλαντέρ. Ο Γκρέισμιθ, ένας ντροπαλός πολιτικός σκιτσογράφος, δεν είχε το κύρος και την επιτηδειότητα του έμπειρου και κυνικού συναδέλφου του, Πολ Άβερι (Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ), του σταρ αστυνομικού συντάκτη της εφημερίδας San Francisco Chronicle. Δεν είχε ούτε τις διασυνδέσεις του Άβερι με τον διάσημο και φιλόδοξο επιθεωρητή ανθρωποκτονιών του αστυνομικού τμήματος του Σαν Φρανσίσκο, Ντέιβιντ Τόσκι (Μαρκ Ράφαλο) και το σκοτεινό, σχολαστικό συνεταίρο του, επιθεωρητή Γουίλιαμ Άρμστρονγκ (Άντονι Έντουαρντς). Αυτό που ο Ρόμπερτ διέθετε ήταν μία, ζωτικής σημασίας, διορατικότητα που κανείς δεν περίμενε ότι θα είχε.

Μία διορατικότητα, η οποία αποδείχτηκε για πρώτη φορά την 1η Αυγούστου του 1969. Μία αδέξια γραμμένη επιστολή προς τον αρχισυντάκτη βρέθηκε μέσα στον όγκο της αλληλογραφίας. Η κάθε μία, από τις τρεις συνολικά, απευθυνόταν στην Chronicle, στη San Francisco Examiner και στη Vallejo Times-Herald. Το περιεχόμενό τους έφερε μία παγωμάρα στα γραφεία σύνταξης ειδήσεων:

«Αγαπητέ Αρχισυντάκτη, είμαι ο δολοφόνος των Ντέιβιντ Φαραντέι και Μπέτι Λου Γιένσεν που δολοφονήθηκαν με πυροβολισμούς στις 20 Δεκεμβρίου του 1968, στην οδό Λέικ Χέρμαν στην Κομητεία Σολάνο, δράστης του μοιραίου πυροβολισμού στη Νταρλίν Φέριν στις 4 Ιουλίου 1969 και της απόπειρας φόνου στο Μάικ Μαγκού, στο πάρκινγκ του γηπέδου γκολφ του Μπλου Ροκ Σπρινγκς, στο Βαλέχο.»

Δεν αποκαλούσε τα θύματα με τα ονόματά τους, αλλά έδινε μια μεγάλη λίστα λεπτομερειών που μόνο η αστυνομία μπορούσε να ξέρει. Σε κάθε μία από τις τρεις εφημερίδες έδινε ένα κομμάτι μόνο του κώδικα ο οποίος, όταν τον αποκωδικοποιούσες, θεωρητικά αποκάλυπτε την ταυτότητά του. Την επιστολή ακολουθούσε μία απειλή: δημοσιεύστε το ή θα χαθούν κι άλλες ζωές. Κανένας δολοφόνος, από την εποχή του Τζακ του Αντεροβγάλτη, δεν είχε γράψει επιστολές στον Τύπο και χλευάσει την αστυνομία με στοιχεία που αποκάλυπταν την ταυτότητά του. Ο Ζόντιακ είχε ανεβάσει τον πήχη των ανθρωποκτόνων ψυχοπαθών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ένα ζευγάρι στη Σαλίνα αποκωδικοποίησε το μήνυμα. Αλλά ήταν ο Ρόμπερτ Γκρέισμιθ, λάτρης των κρυπτογραφημάτων, ο οποίος αποκωδικοποίησε το κρυφό κίνητρο του φονιά, μία αναφορά στην ταινία του 1932, «The Most Dangerous Game».

Περισσότερες επιστολές και απειλές θα ακολουθούσαν. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1969, ο Ζόντιακ θα χτυπούσε και πάλι. Κουκουλοφόρος και οπλισμένος με ένα όπλο και μία λεπίδα σε θηκάρι, θα κάρφωνε μέχρι θανάτου τη Σεσίλια Αν Σέπαρντ και θα παρατούσε, θεωρώντας τον νεκρό, τον Μπράιαν Χάρτνελ, την ώρα που το νεαρό ζευγάρι έκανε πικ-νικ στη Λίμνη Μπεριέσα, στην Κομητεία Νάπα. Ένα μήνα αργότερα, στις 11 Οκτωβρίου, ο δολοφόνος είχε πάει στο Σαν Φρανσίσκο. Ο ταξιτζής Πολ Λι Στιν πυροβολήθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του στην αριστοκρατική συνοικία Πρεζίντιο Χάιτς.

Τρεις ημέρες αργότερα μία πέμπτη επιστολή έφτασε, η πιο δυσοίωνη από όλες: ο Ζόντιακ δήλωνε στην αστυνομία ότι εκείνο το βράδυ θα μπορούσαν να τον πιάσουν. Το χειρότερο ήταν ότι παιδιά σχολικής ηλικίας βρίσκονταν στο σταυρόνημα του στόχαστρου του όπλου του. Θα επέλεγε τα θύματά του, ανάμεσα στα παιδιά που θα κατέβαιναν από το σχολικό λεωφορείο. Το Σαν Φρανσίσκο ήταν, κυριολεκτικά, μία πόλη σε πανικό.

Ο Ζόντιακ, άθελά του, μετέτρεψε τους ντετέκτιβ Τόσκι και Άρμστρονγκ καθώς και τον ρεπόρτερ Άβερι σε διασημότητες, μέσα σε μια νύχτα. Ο Γκρέισμιθ παρέμεινε πιστός στην καρέκλα του σκιτσογράφου, ιχνηλατώντας από το περιθώριο της ιστορίας, συνεισφέροντας τις πληροφορίες και τα στοιχεία που αποκωδικοποιούσε, όποτε το επέτρεπε ο Άβερι. Ο Ζόντιακ ήταν διαρκώς ένα βήμα μπροστά, καλύπτοντας τα ίχνη του, «γαρνίροντας» τους χλευασμούς των επιστολών του με ακόμη περισσότερες απειλές. Και τότε, αυτές έγιναν προσωπικές.

Η ατίμωση θα επισκίαζε τη φήμη καθώς ο Τόσκι έπεσε σε δυσμένεια. Ο Άρμστρονγκ, απογοητευμένος άλλαξε τομέα. Ο Άβερι εγκατέλειψε την εφημερίδα, κατεστραμμένος από τους εθισμούς του. Ο Ζόντιακ δε θα αποκάλυπτε πλέον τους στόχους του. Μιμητές των τριών παραπάνω εξαπλώθηκαν από ακτή σε ακτή. Ο κύριος ύποπτος κυκλοφορούσε ακόμη εκεί έξω. Η στιγμή του Γκρέισμιθ είχε έρθει.
Αυτή η στιγμή θα άλλαζε τις ζωές τους για πάντα.

Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία ενός κατά συρροή δολοφόνου ο οποίος τρομοκράτησε τον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο και χλεύαζε επί δεκαετίες τις Αρχές, σε τέσσερις γεωγραφικές περιοχές, με τους κώδικες και τις επιστολές του. Το «Zodiac» είναι ένα θρίλερ φτιαγμένο από τον Ντέιβιντ Φίντσερ, σκηνοθέτη του «Se7en» και του «Fight Club».

Όταν ξεκινάς μία σεναριακή προσαρμογή, το μόνο για το οποίο μπορείς να είσαι σίγουρος, είναι ότι στο τέλος θα αφήσεις απ’ έξω τα 5/6 του υλικού στο οποίο βασίζεσαι, για τον απλό λόγο ότι δεν μπορούν να χωρέσουν όλα,» εξηγεί ο σεναριογράφος και παραγωγός Τζέιμς (Τζέιμι) Βάντερμπιλτ και συμπληρώνει:

«Προσθέστε στο παραπάνω και το ότι η ταινία βασίζεται σε δύο βιβλία, καθώς επίσης και σε έναν ολόκληρο τόνο συνεντεύξεων! Αυτό που ήταν για μας κινητήρια δύναμη, είναι ότι η ταινία αφορά αυτούς τους άντρες που βούλιαξαν στο σκοτεινό λαβύρινθο της υπόθεσης Ζόντιακ, ειδικά τον Γκρέισμιθ, αλλά επίσης τους ντετέκτιβ και ένα ρεπόρτερ. Η έλλειψη πληροφοριών απέβη υπέρ μας, γιατί πάντοτε χρειαζόταν να κάνουμε μία ακόμη επιπλέον κουβέντα, κάποια θεωρία να συζητήσουμε, κάποιον ύποπτο να εξετάσουμε. Νομίζω ότι αυτή η ταινία είναι μία από τις περισσότερο γεμάτες με στοιχεία και πληροφορίες που έχω δει ποτέ μου, και δεν έφτασε ούτε καν στην επιφάνεια των πραγμάτων από την άποψη του όγκου του υλικού που υπάρχει συνολικά.»

Οι Πρωταγωνιστές

Τζέικ Τζίλενχαλ

«Την πρώτη φορά που διάβασα το σενάριο, την περιγραφή των φόνων ιδιαίτερα, ήταν κάτι το τρομακτικό. Θυμάμαι που ξεφύλλιζα τις σελίδες και σκεφτόμουν, «Αυτό έγινε πραγματικά, συνέβηκε στ’ αλήθεια!» Αμέσως θέλησα να πάρω μέρος. […] Ο Ρόμπερτ Γκρέισμιθ είναι ένας ενδιαφέρων άνθρωπος, θα έλεγα. Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά του είπα ότι θα τον βιντεοσκοπούσα γιατί ήθελα να μελετήσω τους τρόπους του και απλά, από σωματική άποψη, ήθελα να δω πώς συμπεριφερόταν. Πραγματικά, ένιωθα πολλή αμηχανία.»

«Και, όλα αυτά που σου λένε στη δραματική σχολή, όπως ας πούμε, ότι πάντα θα πρέπει να παίζεις «κόντρα». Αυτό ακριβώς είναι αυτός ο άνθρωπος. Είναι το αντίθετο με οτιδήποτε θα υπέθετες ότι είναι ένα άτομο που θα είχε τέτοια εμμονή με μια υπόθεση σαν κι αυτή. Αλλά μετά, όσο περνάς περισσότερη ώρα μαζί του, υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι, αν θέλει να εκμαιεύσει κάποια πληροφορία από σένα και δεν του απαντήσεις την πρώτη φορά, γιατί είναι λίγο δύσκολη ερώτηση ή κάπως πιο προσωπική, θα σου την ξαναθέσει μ’ αυτό τον περίεργο, «συγκοπτόμενο» τρόπο, δηλαδή επαναφέροντάς την ξανά μετά από λίγο, οπότε απαντάς και δεν το συνειδητοποιείς καν ότι απάντησες τελικά! Είναι πολύ έξυπνος, και επίσης ταυτόχρονα, κάπως πονηρός, όταν θέλει να πάρει πληροφορίες. Αλλά σαν άνθρωπος είναι πολύ ευγενικός. Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.»

Μαρκ Ράφαλο

Για τον ρόλο του ο Μαρκ Ράφαλο λέει ότι εντυπωσιάστηκε πολύ με τον Τόσκι και τον τρόπο με τον οποίο ο Φίντσερ τον ζωγράφισε στο σενάριό του. «Δεν αγαπώ αυτό το κινηματογραφικό είδος. Συνήθως είναι αρκετά βίαιο. Αλλά ο Ντέιβιντ είχε γράψει αυτό το σενάριο το οποίο, όταν το διάβασα, συνειδητοποίησα ότι αυτός ο χαρακτήρας που επρόκειτο να παίξω είχε σκιαγραφηθεί με έναν διακριτικό, όμορφο τρόπο. Μετά έκανα ένα ταξίδι για να συναντήσω τον πραγματικό άνθρωπο, και σ’ αυτό το σημείο απλά ένιωσα τόσο τυχερός που συμμετείχα σ’ αυτή την ταινία. Εξάλλου, λειτούργησε και σαν σημείο αναφοράς για ηθοποιούς που έπρεπε να παίξουν ρόλους ντετέκτιβ, κι εγώ παίζω αυτόν που μερικοί ηθοποιοί είχαν όντως σαν πρότυπο για ρόλους στους οποίους στήριξαν μια πετυχημένη καριέρα.»

Κινηματογράφηση

Το οπτικό ύφος του φιλμ έχει μια απλή επιταγή και περιορισμό. Αν και είναι ταινία εποχής, αρκετών «εποχών» για την ακρίβεια, «δεν ήθελα μια φτηνή απομίμηση του κιτς των πρώτων ετών της δεκαετίας του ’70. Όχι κάτι σε στιλ Στάρσκι και Χατς, όχι υπερβολές στη διακόσμηση εσωτερικών χώρων σε στιλ harvest gold και οικιακά σκεύη σε σχήμα αβοκάντο ή ένα φόρο τιμής στον Αμερικανό καλλιτέχνη της ποπ-αρτ, Πήτερ Μαξ,» λέει ο Φίντσερ. «Ήθελα όμως να είναι αληθοφανές, και αυτό σήμαινε οι περιβάλλοντες χώροι να κυριαρχούνται από χαρακτηριστικά διακοσμητικά παλιότερης εποχής, έναν κόσμο που θα αντανακλούσε τις εποχές των πατεράδων τους καθώς επίσης και σε σχέση με τα σπίτια στα οποία μεγάλωσαν. Πράγματα τα οποία μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και που οι περισσότεροι από εμάς κρατάμε στο σπίτι γι’ αυτό τον λόγο και μόνο. Αυτό μπορείτε να το δείτε σίγουρα στο εργένικο διαμέρισμα του Ρόμπερτ.»

Ο διευθυντής φωτογραφίας Χάρης Σαβίδης λέει ότι η χρωματική παλέτα και το ύφος της ταινίας αντανακλούν «έναν έντονο ρεαλισμό αλλά όχι με ένα θλιβερό τρόπο. Απεχθάνομαι να μιλάω πολύ σχετικά με το ύφος, επειδή όταν δουλεύω σε μία ταινία μ’ αρέσει ο θεατής να παίρνει από την ταινία αυτό που θέλει να πάρει. Η ιστορία που αφηγείσαι επιβάλλει το αισθητικό ύφος. Αναμφισβήτητα υπήρξαν κάποιες επιρροές αλλά όπως γίνεται συνήθως με τις επιρροές, κατά κάποιο τρόπο αρχίζουν να ξεθωριάζουν όταν ξεκινάς τη δουλειά. Γι’ μένα αυτές οι επιρροές ήταν ο νατουραλισμός των φωτογράφων Γουίλιαμ Έγκλεστον, Τοντ Χίντο και Στίβεν Σορ.»

«Στην ουσία ο Ντέιβιντ έκανε την ταινία που ήθελε να κάνει. Είναι το δικό του όραμα,» λέει ο παραγωγός Μάικ Μενταβόι. Αν και η ταινία διαρκεί 2 ώρες και 34 λεπτά, «κατά τη γνώμη μου η ιστορία σε απορροφά τόσο πολύ που δεν προσέχεις καθόλου τη διάρκεια γιατί βλέπεις αυτούς τους ήρωες να μην τα παρατάνε ποτέ και τους ακολουθείς πρόθυμα στην διαδρομή τους. Για μένα, η διάρκεια μιας ταινίας υπήρξε πάντα ένα πολύ ζωτικό στοιχείο. Αν σ’ αρέσει η ταινία τότε δε σ’ ενοχλεί η μεγάλη διάρκεια!»

Διαβάστε Επίσης:
Η επιστροφή του Ντέιβιντ Φίντσερ με «Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε»
«Fight Club» του Ντέιβιντ Φίντσερ: Καταργώντας τους κανόνες
Η διακριτική γοητεία του Τζέικ Τζίλενχαλ
Χαρακτηριστικές ερμηνείες του σπουδαίου Μαρκ Ράφαλο: Από το «Foxcatcher» μέχρι το «Spotlight»

Zodiac
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φίντσερ
Σενάριο: Τζέιμς Βαντέρμπιλτ, βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Ρόμπερτ Γκρέισμιθ
Πρωταγωνιστές: Τζέικ Τζίλενχαλ, Μαρκ Ράφαλο, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Άντονι Έντουαρντς, Μπράιαν Κοξ, Ηλίας Κοτέας, Κλόε Σεβινί, Τζον Κάρολ Λιντς, Ντέρμοτ Μαλρόνεϊ, Τζον Γκετζ, Φίλιπ Μπέικερ Χολ, Ντόναλ Λογκ, Άνταμ Γκόλντμπεργκ, Τζέιμς ΛεΓκρος, Ντέιβιντ Λι Σμιθ, Κλέα Ντουβάλ, Πολ Σουλτς, Τομ Βέρικα, Ζακ Γκρένιερ, Ρίτσμοντ Αρκέτ
Μουσική: Ντέιβιντ Σάιρ
Φωτογραφία: Χάρης Σαββίδης
Μοντάζ: Angus Wall
Έτος Παραγωγής: 2007
Χώρα Παραγωγής: Η.Π.Α.
Διάρκεια: 157 λεπτά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s