70 χρόνια πριν επιβιβαστήκαμε στην «Χρυσή Άμαξα» του Ζαν Ρενουάρ παρέα με την υπέροχη Άννα Μανιάνι – Η κορυφαία Ιταλίδα ηθοποιός συναντά στην μεγάλη οθόνη τον σημαντικότερο Γάλλο σκηνοθέτη

Το 1952, o σπουδαίος Γάλλος δημιουργός Ζαν Ρενουάρ – «Ο Σημαντικότερος Όλων Των Σκηνοθετών» κατά τον Όρσον Γουέλς – επιστρέφει στην πατρίδα του από το Χόλιγουντ και αντλώντας έμπνευση από την νουβέλα «Le Carrosse du Saint-Sacrement» του συγγραφέα του κινήματος του ρομαντισμού, Prosper Mérimée, σκηνοθετεί την Άννα Μανιάνι, στην «Χρυσή Άμαξα».

Ένας Ιταλικός θίασος φτάνει σε μια μικρή Περουβιανή πόλη τον 18ο αιώνα. Ο επικεφαλής αριστοκράτης στην πόλη, ο αντιβασιλέας, έχει αποκτήσει μια υπέροχη χρυσή άμαξα από την Ευρώπη. Σχεδιάζει να τη δώσει στην ερωμένη του, αλλά στη συνέχεια ερωτεύεται με την Καμίλα (Άννα Μανιάνι), πρωταγωνίστρια του θιάσου και την προσφέρει σε αυτήν.

Η Καμίλα, απολαμβάνοντας την υψηλή ζωή, είναι πλέον ερωμένη του αντιβασιλέα, ενώ έχει αγαπηθεί επίσης από τον αρχηγό του θιάσου και από το τοπικό αστέρι της ταυρομαχίας. Οι υπουργοί του αντιβασιλέα σοκαρισμένοι από την ασωτία του απειλούν να τον καθαιρέσουν.

Η Καμίλα καταφέρνει να λύσει το επικείμενο πρόβλημα, με την επιστροφή του δώρου της χρυσής άμαξας, στον Επίσκοπο της Λίμα. Η πρωταγωνίστρια επιστρέφει στην μεγάλη της αγάπη, το θέατρο και η ταινία τελειώνει με μία μεγάλη γιορτή.

Ο σπουδαίος Γάλλος δημιουργός Ζαν Ρενουάρ, γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα του από την Αμερική, ξεκινά ευθύς αμέσως την πραγμάτωση της ταινίας «Η Χρυσή Άμαξα» το 1952, με πρωταγωνίστρια την υπέροχη Άννα Μανιάνι. Το φιλμ αποτελεί το πρώτο μέρος, μιας άτυπης τριλογίας πάνω στην εξιδανίκευση του παρελθόντος και την ισχύ της θεατρικής ψευδαίσθησης.

Θα ακολουθούσαν τα φιλμ «French Cancan» το 1955 και «Η Έλενα και οι Άντρες της» το 1956, με πρωταγωνίστρια την σπουδαία Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Η «Χρυσή Άμαξα» αξιοποιεί τα ερωτικά διλήμματα μιας ηθοποιού και την ηθελημένα προσχηματική υπόθεση δίνοντας έναν ευρηματικό στοχασμό πάνω στις λεπτές ισορροπίες που χωρίζουν την τέχνη από τη ζωή.

Μ’ ένα ασταμάτητο δέος απέναντι στα μυστήρια της ύπαρξης και της θνητής φύσης, ο Ζαν Ρενουάρ συνέταξε ένα ευαίσθητο Σινεμά, το οποίο αγγίζει τα ύψη της ποίησης. Η «Μεγάλη Χίμαιρα – La grande illusion» και ο «Κανόνας του Παιχνιδιού – The Rules of the Game», τοποθετήθηκαν δικαίως ανάμεσα στις σημαντικότερες ταινίες του 20ού αιώνα, ενώ φιλμ όπως το «The River» και το «Boudu Saune Des Eaux», αναγορεύτηκαν σε μοντέλα φιλμικού μοντερνισμού.

Η Άννα Μανιάνι (Anna Magnani: 7 Μαρτίου 1908 – 26 Σεπτεμβρίου 1973), υπήρξε μία σπουδαία Ιταλίδα ηθοποιός του θεάτρου, αλλά και του κινηματογράφου. Θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς του 20ού αιώνα και κατά καιρούς την έχουν αποκαλέσει «στοιχείο της Φύσης», «λύκαινα» και «εκρηκτική σαν ηφαίστειο». Κατά την πολυετή καριέρα της ανανέωσε τη φιγούρα της γυναίκας ηθοποιού και μέσα από τη δύναμη της ερμηνείας της, άλλαξε τα καλλιτεχνικά στερεότυπα της εποχής της.

Η σπουδαία ηθοποιός συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους Ιταλούς σκηνοθέτες της εποχής της, όπως ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο Φεντερίκο Φελίνι και ο Λουκίνο Βισκόντι. Ο θεατρικός συγγραφέας Τένεσι Ουίλιαμς υπήρξε φίλος και θαυμαστής της και έχοντας τη φιγούρα της στο μυαλό του έγραψε για εκείνη το έργο «Τριαντάφυλλο στο Στήθος». Η ερμηνεία της στην κινηματογραφική μεταφορά του απέσπασε Βραβείο Όσκαρ.

Στην πλούσια καριέρα της η Άννα Μανιάνι τιμήθηκε τόσο από το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όσο και από εκείνο του Βερολίνου. Αποτελεί δε μία από τις τέσσερις προσωπικότητες ιταλικής καταγωγής που διαθέτουν αστέρι στη διάσημη Λεωφόρο της Δόξας του Χόλιγουντ.

Η ηθοποιός έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 65 ετών στις 26 Σεπτεμβρίου του 1973. Στο πλάι της βρίσκονταν ο πολυαγαπημένος γιος της, Λούκα και ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, που αν και κάποτε την είχε εγκαταλείψει για την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, είχε εξελιχθεί σε παλαιό και ακριβό φίλο. Τον Μάρτιο του 2008, εκατό χρόνια μετά τη γέννηση της ηθοποιού στην Ιταλία διοργανώθηκαν εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν της με τον γενικότερο τίτλο «Ciao Anna».

Στο φιλμ «Η Χρυσή Άμαξα» του Ζαν Ρενουάρ, εκτός από την υπέροχη Άννα Μανιάνι, πρωταγωνιστούν επίσης οι γνωστοί ηθοποιοί: Οντοάρντο Σπαντάρο (Odoardo Spadaro) και Ντάνκαν Λαμόντ (Duncan Lamont). Ενώ για την ιστορία αξίζει να σημειώσουμε ότι η ταινία γυρίστηκε ως επί το πλείστων στην Ιταλία, ωστόσο για λόγους μάρκετινγκ οι ηθοποιοί κλήθηκαν να ερμηνεύσουν στα Αγγλικά.

Για τον γεννημένο το 1894 Ζαν Ρενουάρ, γιο του διάσημου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ, καθοριστικό ρόλο στα πρώτα του βήματα, διαδραμάτισε η πανέμορφη Αντρέ Χόεσλινγκ, νεαρή πρόσφυγας από την Αλσατία, η οποία πόζαρε ως μοντέλο για τον πατέρα του, προτού καταλήξει σύζυγος του Ζαν και λίγο αργότερα, μητέρα του γιου τους.

Ως σκηνοθέτης ο Ζαν Ρενουάρ αποφάσισε στις πρώτες δημιουργίες του, να χρησιμοποιήσει τη σύζυγό του ως πρωταγωνίστρια των ταινιών του, αλλάζοντας όμως το όνομά της στο πιο εύηχο Catherine Hessling και γράφοντας ειδικά γι’ αυτήν το ντεμπούτο του «Une Vie Sans Joie» (Backbiters) το 1924, καθώς και το «La Fille De L’ Eau» (Whirlpool of Fate) του 1925.

Ακολούθησε το 1926 η ταινία του «Nana», διασκευή του μυθιστορήματος του Εμίλ Ζολά, η οποία και θεωρείται ως η πιο σημαντική δημιουργία, της βωβής περιόδου του. Στη συνέχεια ο σκηνοθέτης πειραματίζεται με δουλειές μικρού μήκους, όπως το ονειρικό «Κοριτσάκι Με Τα Σπίρτα» του 1928. Με το σταδιακό πέρας της εποχής του βωβού, ο Ρενουάρ βρίσκει οικονομική στήριξη και γίνεται εφικτή η πρώτη ομιλούσα ταινία του στα 1931, το «On Purge Bebe», εξερευνώντας παράλληλα την άγνωστη ακόμη τεχνολογία του ήχου.

Στην ταινία «Η Σκύλα» (La Chienne) του 1931, αν και οι παραγωγοί της ταινίας προσπάθησαν να αλλάξουν το τελικό μοντάζ του φιλμ, ο Ρενουάρ κατάφερε εν τέλει να διατηρήσει τον καλλιτεχνικό έλεγχο και να μας προσφέρει ένα κλασσικό πλέον φιλμ νουάρ. Μία ταινία την οποία θα ξαναγύριζε ο Φριτς Λανγκ μια δεκαετία αργότερα.

Λόγω του ‘Β Παγκοσμίου Πολέμου ο Ζαν Ρενουάρ φεύγει στην Αμερική, όπου θα ολοκληρώσει από το 1946 μέχρι το 1950, έξι συνολικά ταινίες. Εκ των οποίων, δύο για λογαριασμό μεγάλου στούντιο, τρεις ανεξάρτητες παραγωγές και μία μικρού μήκους ταινία. Γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα του, ο Ρενουάρ ξεκινά ευθύς την πραγμάτωση της «Χρυσής Άμαξας». Πρώτο μέρος, μιας άτυπης τριλογίας πάνω στην εξιδανίκευση του παρελθόντος, όπου θα ακολουθήσουν τα φιλμ «French Can Can» και «Η Έλενα και οι Άντρες της».

Ο σκηνοθέτης παραμένει ενεργός σ’ όλη τη διάρκεια του ’60, επιστρέφοντας στο ανθρωποκεντρικό και αντιπολεμικό πνεύμα, με το «Le Caporal Epingle». Ενώ τελευταία του ταινία, φτιαγμένη για την τηλεόραση, είναι ένα σπονδυλωτό κουαρτέτο παραβολών που ακούει στο όνομα «Le Petit Theare De Jean Renoir» του 1969.

Με την υγεία του να φθίνει σταδιακά, ο Ζαν Ρενουάρ ολοκλήρωσε τα απομνημονεύματά του, έλαβε ένα τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του, στέφθηκε Ιππότης στη Λεγεώνα της Τιμής από τη γαλλική κυβέρνηση και έφυγε ήσυχα στις 12 Φεβρουαρίου του 1979. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, ένας τρυφερός επικήδειος έκανε την εμφάνιση του, στους Los Angeles Times της εποχής. Τον υπέγραφε ο σπουδαίος Όρσον Γουέλς και έφερε τον τίτλο: «Ζαν Ρενουάρ: Ο Σημαντικότερος Όλων Των Σκηνοθετών»!

«Κανείς δε συνέλαβε την αληθινή φύση της οθόνης καλύτερα από τον Ρενουάρ. Κανείς δεν απαλλάχθηκε με τόση επιτυχία από τις διφορούμενες αναλογίες της με την ζωγραφική και το θέατρο. Έχοντας στο μυαλό τους, τις παραδοσιακές αναφορές, οι σκηνοθέτες του σινεμά τείνουν να συλλαμβάνουν τις εικόνες εγκλωβισμένες σ’ ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, όπως οι ζωγράφοι και οι θεατρικοί σκηνοθέτες. Ο Ρενουάρ αντίθετα, κατανοεί πως η οθόνη δεν είναι απλό παραλληλόγραμμο αλλά ένα ομοθετικό επίπεδο του βιζέρ της κάμεράς του. Το ακριβώς αντίθετο του κάδρου. Η οθόνη είναι μια μάσκα που περισσότερο κρύβει παρά αποκαλύπτει την πραγματικότητα.» Αντρέ Μπαζέν (Κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου)

Η Χρυσή Αμαξα / Le Carrosse d’or / The Golden Coach
Σκηνοθεσία: Ζαν Ρενουάρ
Σενάριο: Jean Renoir, Jack Kirkland, Renzo Avanzo, Giulio Macchi, Ginette Doynel, Prosper Mérimée («Le Carrosse du Saint-Sacrement»)
Πρωταγωνιστούν: Άννα Μανιάνι, Οντοάρντο Σπαντάρο, Ντάνκαν Λαμοντ
Έτος Παραγωγής: 1952
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία, Ιταλία
Διάρκεια: 103 λεπτά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s