
Έξι ταινίες κυκλοφορούν από σήμερα στις Αίθουσες, με τη νέα δημιουργία του Μίκαελ Χάνεκε, «Αγάπη», να δεσπόζει στο πρόγραμμα
Αγάπη (Amour) του Μίκαελ Χάνεκε (Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία – 2012)
O Ζορζ (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν) και η Αν (Εμανουέλ Ριβά) είναι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που έχει περάσει τα ογδόντα. Είναι καθηγητές μουσικής που έχουν πια αποσυρθεί. Η κόρη τους (Ιζαμπέλ Ιπέρ), η οποία είναι επίσης μουσικός, μένει με την οικογένειά της στο εξωτερικό. Μια μέρα η Αν θα βιώσει ένα δυσάρεστο γεγονός, το οποίο θα θέσει σε δοκιμασία την αγάπη που ενώνει το ζευγάρι…
Το “Amour” αναδείχτηκε ο μεγάλος νικητής του 65ου Φεστιβάλ Καννών. Ο Μίκαελ Χάνεκε, ίσως, ο σπουδαιότερος αυτή τη στιγμή Ευρωπαίος Σκηνοθέτης, τρία μόλις χρόνια μετά τη “Λευκή Κορδέλα“ του, έκανε την έκπληξη κερδίζοντας και πάλι τον Χρυσό Φοίνικα, και καθηλώνοντας κοινό και κριτικούς με την σπαραχτική θεματική του.
Το «Amour» («Αγάπη»), μπορεί να είναι, ίσως, η πιο «αργή» εν εξελίξει, ταινία στη φιλμογραφία του Μίκαελ Χάνεκε, αλλά αυτό δε μειώνει καθόλου το αισθητικό αποτέλεσμα, που βιώνει ο θεατής. Μεγάλου ατού της ταινίας, οι συγκλονιστικές ερμηνείες της Εμανουέλ Ριβά και του Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Μάλιστα ο Τρεντινιάν, ένας εκ των κορυφαίων Γάλλων ηθοποιών όλων των εποχών, είχε σταματήσει, εδώ και περίπου δέκα χρόνια να δουλεύει στον Κινηματογράφο και είχε στραφεί αποκλειστικά στο θέατρο, αλλά όπως είπε χαρακτηριστικά, επέστρεψε λόγω του Χάνεκε…
Αίθουσες: ΔΑΝΑΟΣ – ΕΜΠΑΣΣΥ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ – ΑΤΛΑΝΤΙΣ – ΚΗΦΙΣΙΑ – ODEON ΓΛΥΦΑΔΑ
Matching Jack της Νάντια Τας (Αυστραλία – 2010)
Η φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή της Μαρίσα (Τζασίντα Μπάρετ) ανατρέπεται ολοκληρωτικά όταν μαθαίνει ξαφνικά ότι ο γιος της Τζακ (Τομ Ράσελ) πάσχει από λευχαιμία. Προσπαθώντας να επικοινωνήσει με τον άντρα της, Ντέιβιντ (Ρίτσαρντ Ρόξμπεργκ), η Μαρίσα ανακαλύπτει ότι αυτός την απατά. Η απιστία του, όμως, αποδεικνύεται η μοναδική ελπίδα για τον Τζακ, αφού μόνο ένας πιθανός αδερφός ή αδερφή του από τις παράλληλες σχέσεις του πατέρα του θα μπορούσαν να γίνουν δωρητές μυελού των οστών και να του σώσουν τη ζωή. Ενώ η Μαρίσα ψάχνει για τον ιδανικό δωρητή, στο νοσοκομείο ο Τζακ γίνεται φίλος με το αγόρι που νοσηλεύεται στο διπλανό κρεβάτι, τον Φιν (Κόντι Σμιτ-Μακ Φι). Η Μαρίσα και ο πατέρας του Φιν, Κόνορ (Τζέιμς Νέσμπιτ), θα αναπτύξουν σταδιακά μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης που θα ανοίξει και στους δύο νέους ορίζοντες και ελπίδες για το μέλλον.
Δυστυχώς, πρόκειται για μία μέτρια ταινία που πραγματεύεται την εκμετάλλευση μιας ανίατης ασθένειας και του ανθρώπινου πόνου που απορρέει, αλλά ιδωμένη μέσα από ρηχά στερεότυπα.
Ας δούμε όμως τι λέει η ίδια η δημιουργός, Νάντια Τας, για την ταινίας της:
«Με το συγκεκριμένο έργο αναφέρομαι σε θέματα που μπορούν να αγγίξουν ανθρώπους και οικογένειες σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ιστορία γυρίστηκε στη Μελβούρνη της Αυστραλίας αλλά θα μπορούσε να είχε εξίσου συμβεί σε οποιαδήποτε άλλη μεγαλούπολη. Σε ένα αστικό περιβάλλον, βρίσκουμε ένα ζευγάρι που έχει μια ζωή συμβατική, επαναπαυμένη. Μερικές φορές χρειάζεται ένα τραυματικό γεγονός για να σπάσει ο κύκλος της προβλεψιμότητας.
Η αρρώστια του Τζακ λειτουργεί ως καταλύτης για όλα όσα θα συμβούν στον καθένα ξεχωριστά μετά τη διάγνωση της λευχαιμίας. Όλοι οι χαρακτήρες θα υποστούν τεράστιες αλλαγές που δεν θα συνέβαιναν ποτέ χωρίς την αρρώστια του Τζακ. Η μητέρα του, Μαρίσα, αμφισβητεί τη σταθερότητα της οικογένειάς της, ανακαλύπτει νέα όρια στον πόνο, την απώλεια αλλά και την ευτυχία και τελικά γνωρίζει ένα άλλο, αντισυμβατικό είδος ερωτικής σχέσης.
Παρότι προέρχονται από ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον, η Μαρίσα και ο Κόνορ μαθαίνουν μέσα από την αρρώστια των παιδιών τους να υποστηρίζουν και να υπολογίζουν ο ένας στον άλλον, προτού τελικά τολμήσουν να παραδεχτούν τα βαθιά τους αισθήματα. Ο άντρας της Μαρίσα, Ντέιβιντ, θα μάθει να ζει χωρίς τη στήριξη των ευκαιριακών σχέσεων και θα γίνει καλύτερος πατέρας. Τα δύο αγόρια, ο Τζακ και ο Φιν, θα ωριμάσουν μέσα από την αρρώστια και θα υποστηρίξουν τους γονείς τους στην προσπάθειά τους για μια νέα ζωή.
Όλοι οι χαρακτήρες ανακαλύπτουν ότι η ζωή είναι γεμάτη από πολλές διαφορετικές μορφές αγάπης. Η ταινία εξυμνεί τη δύναμη του ανθρώπου να διαπραγματεύεται την καθημερινότητά του και να διακρίνει τελικά τι είναι σημαντικό στη ζωή. Η έμπνευσή μου για το έργο προήλθε από πολλές πραγματικές ιστορίες. Πιστεύω ότι το φιλμ είναι μια συγκλονιστική συναισθηματική ιστορία, με έξυπνους χαρακτήρες και ενδιαφέρουσα αφήγηση, και είμαι πολύ περήφανη για αυτό.»
Αίθουσα: ΑΙΓΛΗ
Η Κληρονομιά του Μπορν (The Bourne Legacy) του Τόνι Γκιλρόι (Η.Π.Α. – 2012)
Δώδεκα χρόνια μετά την εμφάνιση του Τζέισον Μπορν στο κινηματογραφικό στερέωμα, ένας εντελώς καινούργιος ήρωας γεννιέται, ένας ακόμα πιο «εξελιγμένος» πράκτορας της CIA, του οποίου η ζωή ή ο θάνατος εξαρτάται από τα γεγονότα των τριών πρώτων ταινιών. Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει πλέον, καθώς γνωρίζουμε έναν κατάσκοπο που έχει εκπαιδευτεί από το ίδιο πρόγραμμα όπως ο Μπορν κι επομένως είναι ένας εξίσου αποτελεσματικός εκτελεστής, αλλά και μια πολυσχιδής προσωπικότητα, όχι και τόσο εύκολα χειραγωγίσιμη, ιδίως όταν διατάζεται η εξόντωσή του… Σκηνές δράσης που κόβουν την ανάσα, καταιγιστικές καταδιώξεις και αλλεπάλληλες ανατροπές συνθέτουν μια ενδιαφέρουσα κατασκοπευτική περιπέτεια με τον Τζέρεμι Ρένερ να αποτελεί έναν ολοένα ανερχόμενο, action hero.
Ο Τόνι Γκίλροϊ, που ξέρει όσο κανείς την Κληρονομιά του Μπορν, έχοντας υπογράψει το σενάριο των τριών προηγούμενων ταινιών με πρωταγωνιστή τον ομώνυμο κατάσκοπο επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη σε αυτό το περιπετειώδες, κατασκοπευτικό θρίλερ και διευρύνει το σύμπαν του Μπορν, το οποίο βέβαια βασίζεται στα βιβλία του Ρόμπερτ Λάντλαμ.
Μετά την άρνηση του Πολ Γκρίνγκρας και του Ματ Ντέιμον, να εμπλακούν στο επερχόμενο project, οι παραγωγοί συναντήθηκαν με τον ιθύνοντα νου της σειράς Τόνι Γκίλροϊ, προκειμένου να του ζητήσουν να εμπνευστεί τη συνέχεια. Εκείνος δέχτηκε και αποφάσισε όχι μόνο να γράψει το σενάριο της ταινίας, αλλά να αναλάβει και τη σκηνοθεσία της.
Έτσι, ο πρωταγωνιστής μας, ο Τζέρεμι Ρένερ, ουσιαστικά δεν αντικαθιστά τον Ματ Ντέιμον, αλλά χτίζει έναν ολοκαίνουργιο ήρωα που έχει επίγνωση του παρελθόντος του. Δίπλα του, στο ρόλο της εργασιομανούς βιοχημικού-ερευνήτριας της CIA, που τελικά βρίσκεται κι εκείνη κυνηγημένη από τους πάντες βρίσκουμε την βραβευμένη με Όσκαρ Ρέιτσελ Βάις.
Ο Έντουαρντ Νόρτον υποδύεται ικανοποιητικά τον «κακό» της ιστορίας, ένα πιόνι ενός πολύπλοκου συστήματος που καλείται να αφανίσει όλους όσοι είχαν εμπλοκή στο πρόγραμμα το οποίο και αποκάλυψε ο Τζέισον Μπορν στο τέλος της τρίτης ταινίας.
Στην ταινία, εκτός από τη νέα είσοδο των Έντουαρντ Νόρτον, Όσκαρ Άιζακ και Στέισι Κιτς, εμφανίζονται παλιοί γνώριμοι από τις τρεις προηγούμενες ταινίες: ο πέντε φορές υποψήφιος για Όσκαρ Άλμπερτ Φίνεϊ, η Τζόαν Άλεν, ο Ντέιβιντ Στράθερν και ο Σκοτ Γκλεν.
Όλα αυτά, συμβαίνουν σε μια συμπαθητική για το είδος της περιπέτεια, που μας «ταξιδεύει» σε Νέα Υόρκη, Σεούλ (Νότια Κορέα), Καναδά και Φιλιππίνες.
Αίθουσες: ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ – CINE ΧΟΛΑΡΓΟΣ – ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ – ΒΑΡΚΙΖΑ – ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ
H Kόρη (The Daughter) του Θάνου Αναστόπουλου (Ελλάδα – 2012)
Στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης και κατά τη διάρκεια των κοινωνικών συγκρούσεων στους δρόμους της Αθήνας, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι αναζητά τον χρεοκοπημένο πατέρα της, ο οποίος όμως κρύβεται, από τους πιστωτές του. Θεωρώντας υπεύθυνο για την εξαφάνιση, τον συνέταιρό του, η μικρή απαγάγει τον οχτάχρονο γιο του και τον κρατά κλεισμένο στο ξυλουργείο των γονιών τους. Παράλληλα, συναντά διάφορους ανθρώπους που μπορεί να γνωρίζουν κάτι για την τύχη του πατέρα της, ενώ η ίδια, είναι αποφασισμένη να φτάσει στα άκρα…
«Δε βοηθάει να κλαις, όταν σε αδικούν πρέπει να αντιδράς» μας λέει ο σκηνοθέτης Θάνος Αναστόπουλος, μέσα από την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του (είχαν προηγηθεί, το «Όλο το βάρος του κόσμου» και η «Διόρθωση»).
Η πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας «Η κόρη», συνδυάστηκε με την απονομή των βραβείων του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας Cosmote για τους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους σε ελληνικές ταινίες του 2012.
Αίθουσες: ΑΑΒΟΡΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ
Σιωπηλό Σπίτι (Silent House) των Κρις Κέντις, Λάουρα Λάου (Η.Π.Α. – 2011)
Μια νεαρή γυναίκα, η Σάρα, μένει σε ένα ερειπωμένο Βικτωριανό σπίτι στην εξοχή με τον πατέρα της και το θείο της, προσπαθώντας να το επιδιορθώσουν. Κάποια στιγμή, η Σάρα θα αρχίσει να ακούει περίεργους θορύβους από τον πάνω όροφο και το λέει στον πατέρα της. Εκείνος δεν ανησυχεί, πηγαίνει να ελέγξει, αλλά δε βρίσκει τίποτα. Η Σάρα ηρεμεί, αλλά μετά από λίγο ακούει τον πατέρα της να πέφτει από τη σκάλα. Πανικόβλητη, τρέχει να φύγει από το σπίτι, αλλά όλες οι έξοδοι είναι ασφαλισμένες και δεν μπορεί. Τρέχει να σωθεί από κάποιον άγνωστο εισβολέα που προσπαθεί να την τραβήξει. Πηγαίνει στο υπόγειο ελπίζοντας να βρει μια διέξοδο και εκεί, βρίσκει διάφορα πράγματα, που αποδεικνύουν ότι κάποιος ζούσε στο σπίτι, πιθανότατα καταληψίες. Μια φιγούρα προσπαθεί να τη φωτίσει με έναν φακό ψάχνοντας την, αλλά καταφέρνει να βγει. Εν τέλει, θα βρει τον θείο της, που θα την πείσει να επιστρέψουν στο σπίτι για να σώσουν τον πατέρα τους, μόνο που όταν θα ξαναμπούν, εκείνος λείπει…
Το σενάριο γράφτηκε από τη Λόρα Λάου και βασίζεται σε μια ταινία από την Ουρουγουάη, το «La casa muda» του 2010. Σύμφωνα πάντα με τη Λάου, είδε την πρωτότυπη ταινία δύο φορές, κι έγραψε το σενάριο βασισμένη σε αυτό που είδε, κι όχι από το χαρτί. Όπως βλέπουμε και στα credits της ταινίας, η ιστορία μας, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία (τουλάχιστον στο αυθεντικό φιλμ) μαθαίνουμε ότι έλαβαν χώρα, τη δεκαετία των 40ς.
Ένα θριλεράκι, χαμηλών επιδόσεων και απαιτήσεων με την Ελίζαμπεθ Όλσεν, να είναι το μόνο θετικό στοιχείο του φιλμ. Η πρωταγωνίστρια όμως του ενδιαφέροντος Martha Marcy May Marlene (2011), θα πρέπει στο μέλλον να προσέξει καλύτερα, τις επιλογές της…
Αίθουσες: ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Φθινόπωρο (Sonbahar – Autumn) του Οζκάν Αλπέρ (Τουρκία, Γερμανία – 2008)
Ο Γιουσούφ, έχοντας εκτίσει φυλάκιση δέκα ετών, αποφυλακίζεται για λόγους υγείας. Είχε συλληφθεί στα 22 του χρόνια όντας φοιτητής για πολιτικούς λόγους (συμμετείχε σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που είχαν εξελιχθεί σε ταραχές). Μετά την αποφυλάκισή του και μη έχοντας τι άλλο να κάνει, αποφασίζει να επιστρέψει στο χωριό του στη Μαύρη Θάλασσα. Εκεί τον υποδέχεται μόνο η ηλικιωμένη και άρρωστη μητέρα του. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Γιουσούφ βρισκόταν στη φυλακή, ενώ η αδελφή του έχει παντρευτεί και βρίσκεται πλέον σε μεγάλη πόλη. Στο χωριό ζουν πλέον μόνο γέροι λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης και ο μόνος άνθρωπος με τον οποίον ο Γιουσούφ κάνει παρέα είναι ο παιδικός του φίλος Μιχαήλ. Καθώς σταδιακά ο χειμώνας αντικαθιστά το φθινόπωρο, ο Γιουσούφ θα γνωρίσει την Έκα, μια κοπέλα από τη Γεωργία που έχει περάσει τα σύνορα για να κερδίσει χρήματα ως πόρνη, ώστε να συντηρήσει την μητέρα και την μικρή κόρη της που βρίσκονται πίσω. Όμως, ούτε η χρονική στιγμή, ούτε οι συνθήκες, ευνοούν αυτούς τους δύο ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Κι όμως, η αγάπη γίνεται μια τελευταία, απεγνωσμένη προσπάθεια για να αδράξουν τη ζωή και να ξεφύγουν από τη μοναξιά…
Μια τολμηρή ταινία με θέμα το θάνατο, την αγάπη και την πολιτική, από έναν νεαρό, ταλαντούχο Τούρκο σκηνοθέτη. Η ταινία μοιάζει σε κάποια της σημεία με ντοκιμαντέρ, παρουσιάζοντας την πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην Τουρκία των 90ς, εκθέτοντας με ειρωνεία την σκληρή πραγματικότητα της περιόδου.
Ένα ιδιαίτερο και ενδιαφέρον δείγμα, του ιδιαίτερα αναπτυσσόμενου τα τελευταία χρόνια, τούρκικου κινηματογράφου. Αξίζει τέλος να σημειώσουμε, ότι το «Φθινόπωρο», έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ όπως του Λοκάρνο αλλά και του Τορόντο.
Αίθουσα: ΛΑΪΣ – ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ