
Μία από τις πιο όμορφες ταινίες που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον Νοέμβριο στην πανελλήνια πρεμιέρα της, στο 65ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα στις εγχώριες Αίθουσες. Πρόκειται για το «Όλα Θα Πάνε Καλά» του Ρέι Γιενγκ από το Χονγκ Κονγκ. Μια ευαίσθητη αναψηλάφηση της συχνά επισφαλούς καθημερινής ζωής των ηλικιωμένων ανθρώπων της queer κοινότητας η οποία παραδίδει στο πάνθεον του κινηματογράφου μια ήρεμη αλλά και εντυπωσιακά δυνατή ηρωίδα.
Όταν η σύντροφός της πεθαίνει ξαφνικά, η Αντζι ανακαλύπτει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα στο διαμέρισμα που μοιράζονταν, στη βραβευμένη ταινία του Ρέι Γιουνγκ, ένα δράμα με μεγάλη καρδιά που αποκαλύπτει τους άδικους νόμους του Χονγκ Κονγκ για τα ζευγάρια ίδιου φύλου.
Η Άντζι και η Πατ είναι ένα ευκατάστατο ζευγάρι γύρω στα 60 τους. Έχουν ζήσει μαζί για 30 χρόνια στο διαμέρισμα που διαθέτει η Πατ στο Χονγκ Κονγκ. Η σχέση τους είναι αποδεκτή από τους φίλους και τις οικογένειές τους, ενώ όλοι οι γύρω τους τις εκτιμούν και τις αγαπούν.
Ένα βράδυ, η Πατ πεθαίνει απροσδόκητα και η Άντζι δεν λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη μόνο από τον φιλικό της κύκλο, αλλά κι από την οικογένεια της Πατ. Ωστόσο, σιγά σιγά διαφωνίες σχετικά με την κηδεία, τον τρόπο ταφής και την κληρονομιά οδηγούν στην αποξένωση.

Η Άντζι δεν έχει κανένα νομικό δικαίωμα να παραμείνει στο διαμέρισμα που μοιραζόταν με την Πατ και βρίσκεται στο έλεος της καλοσύνης της οικογένειας της συγχωρεμένης της συντρόφου που λιγοστεύει όλο και περισσότερο.
Παρόλο που το ζευγάρι διαιρούσε ισόποσα τις οικονομικές υποχρεώσεις μεταξύ τους, η Πατ ήταν αυτή που φρόντιζε για τα πάντα στη σχέση τους. Με την υποστήριξη της οικογένειας που έχει επιλέξει, η Άντζι θα ξεκινήσει ένα ταξίδι χειραφέτησης σε μεγαλύτερη ηλικία.
Όπως και στην ταινία του με τίτλο «Suk Suk», ο Ρέι Γιενγκ για μια ακόμα φορά εξετάζει λεπτομερώς τη συχνά επισφαλή καθημερινή ζωή των ηλικιωμένων ανθρώπων της κουήρ κοινότητας. Στον χαρακτήρα της Άντζι, δημιουργεί μια ήσυχη αλλά και ταυτόχρονα εντυπωσιακά ανθεκτική ομοφυλόφιλη ηρωίδα.
Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας, πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου, στο τμήμα Panorama, όπου και κέρδισε το Βραβείο Teddy, με το οποίο είχε βραβευθεί στο παρελθόν και ο φετινός Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής της Μπερλινάλε, Τοντ Χέινς.

Στη συνέχεια ήταν η Ταινία Έναρξης του Φεστιβάλ του Χονγκ Κονγκ, κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ του Ρίο, ενώ προβλήθηκε σε πολλά διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου, όπως του Σίδνεϊ, του Λονδίνου, της Ζυρίχης, του Σιάτλ, της Σιγκαπούρης. Στη συνέχεια απέσπασε τέσσερις υποψηφιότητες στα σημαντικά Ασιατικά Βραβεία Golden Horse, Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Ερμηνείας και Μοντάζ.
Στην Ελλάδα έκανε την πρεμιέρα της τον περασμένο Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παρουσία της πρωταγωνίστριας Πάτρα Άου, όπου και κέρδισε το Βραβείο Mermaid που, όπως και το Βραβείο Teddy στο Φεστιβάλ Βερολίνου, απονέμεται στην καλύτερη ταινία ΛΟΑΤΚΙΑ+ θεματικής του επίσημου προγράμματος με την υποστήριξη της Mastercard. Την κριτική επιτροπή αποτελούσαν οι: Σοφία Ροζάκη (εικαστικός), Γκόρντον Σπραγκ (WOLF Consultants δημόσιες σχέσεις και προώθηση ανεξάρτητων ταινιών) και Γιώργος Τσιτιρίδης (δημοσιογράφος). Το σκεπτικό της επιτροπής για τη βράβευση:
«Ανάμεσα σε σημαντικές και ενδιαφέρουσες ταινίες επιλέξαμε το «Όλα θα πάνε καλά» του Ρέι Γιουνγκ για την άρτια και επιδέξια σκηνοθεσία, που εστιάζει με ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες, για τη ζεστασιά και γενναιοδωρία με την οποία παρουσιάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, και ειδικά των δύο γυναικών μεταξύ τους. Στην παρούσα συγκυρία, προτεραιότητά μας αποτελεί να αναδείξουμε πόσο εύθραυστα και καθόλου αυτονόητα μπορεί να είναι τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Η ταινία είναι ένα κατηγορώ στην πατριαρχία και στη βαθιά ριζωμένη ομοφοβία, και αναδεικνύει πόσο συχνά απαξιώνονται οι queer σχέσεις ως μη ισάξιες και μη έγκυρες. Μας υπενθυμίζει πως οι οικογένειες που σχηματίζονται από ΛΟΑΤΚΙ+ δεσμούς είναι πολλές φορές δυνατότερες από τις βιολογικές και νομικά αναγνωρισμένες σχέσεις. Κλείνοντας αισιόδοξα, θα θέλαμε να σταθούμε σε αυτό που λέει ο ίδιος ο τίτλος: πως στο τέλος «όλα θα πάνε καλά».

Ο Ρέι Γιενγκ είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Columbia. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους και οκτώ ταινίες μικρού μήκους. Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του «Suk Suk» (Twilight’s Kiss) έκανε τη παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μπουσάν το 2019 και έκανε την ευρωπαϊκή της πρεμιέρα στο τμήμα Πανόραμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 2020.
Στη συνέχεια, η ταινία προβλήθηκε σε περισσότερα από 50 φεστιβάλ κινηματογράφου σε όλο τον κόσμο. Το «Suk Suk» ήταν υποψήφιο για 5 βραβεία Golden Horse Award. Ήταν επίσης υποψήφιο για 9 βραβεία στα Hong Kong Film Awards, συμπεριλαμβανομένου και του βραβείου καλύτερης ταινίας.
Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Ρέι, το επίσης βραβευμένο «Front Cover», διανεμήθηκε διεθνώς από την Fortissimo Films. Έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σιάτλ (2015) και ήταν η ταινία λήξης του Διεθνούς Φεστιβάλ Ασιατικο – Αμερικανικού Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης το 2016.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ρέι Γιενγκ, το «Cut Sleeve Boys», έκανε πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ το 2005. Η ταινία κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Outfest Fusion του Λος Άντζελες και το βραβείο καλύτερου ηθοποιού στο Φεστιβάλ ΛΟΑΤΚΙΑ+ Κινηματογράφου της Μαδρίτης. Ο Ρέι είναι επίσης πρόεδρος του Φεστιβάλ ΛΟΑΤΚΙΑ+ Κινηματογράφου του Χονγκ Κονγκ από το 2000, το μακροβιότερο φεστιβάλ κινηματογράφου της κοινότητας στην Ασία. Στην τέταρτη ταινία του ο Ρέι Γιούνγκ υπογράφει ένα βαθιά συγκινητικό, οικουμενικών διαστάσεων κονωνικό δράμα, που παρά την ασιατική του καταγωγή φέρνει συχνά στο μυαλό τα μελοδράματα του Ντάγκλας Σερκ.
Ο Γιούνγκ ξεδιπλώνει ένα κλασικό φιλμ για την ξαφνική απώλεια του συντρόφου σε μια πολύχρονη σχέση εστιάζοντας όμως, με συμπόνια και οξυδέρκεια, όχι μόνο στο πένθος και το θρήνο, αλλά πάνω από όλα κυρίως στις κοινωνικές και ταξικές παραμέτρους που εισβάλουν ξαφνικά και έρχονται να καθορίσουν με τον πιο σκληρό τρόπο την επόμενη μέρα καλώντας μας να σκεφτούμε ξανά τι μπορεί να σημαίνει στα αλήθεια ο όρος «οικογένεια» και πώς μπορεί αυτή η έννοια να διασφαλιστεί στην πράξη.

Σημείωμα του σκηνοθέτη:
«Η ταινία «Όλα Θα Πάνε Καλά» είναι μια ιστορία για το τι συμβαίνει αφού ο σύντροφος σε μια πολύχρονη σχέση πεθαίνει ξαφνικά χωρίς να αφήσει διαθήκη. Προκύπτουν πολλά απροσδόκητα και απρόβλεπτα ζητήματα. Η ιστορία διαδραματίζεται στο Χονγκ Κονγκ γύρω από ένα ζευγάρι γυναικών, αλλά το σενάριο είναι οικουμενικό και αφορά πολλούς ανθρώπους. Οι περισσότεροι έχουμε βιώσει τον θάνατο ενός αγαπημένου μέλους της οικογένειάς μας, που συχνά οδηγεί σε μια περίοδο αβεβαιότητας και χάους. Όταν δεν υπάρχει διαθήκη, τα δικαιώματα και η θέση του συντρόφου αλλάζουν και αυτό συχνά οδηγεί σε παρεξηγήσεις και διαφωνίες μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Η διαφορά απόψεων μπορεί να προκύπτει από τις παραδόσεις, τη θρησκεία, τα χρήματα και το νομικό καθεστώς και τα δικαιώματα. Συνήθως, υπάρχουν πολλές προσωπικές ιστορίες μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και οι διαφωνίες μπορεί να ενταθούν εξαιτίας του πένθους και των προσωπικών πεποιθήσεων.
Η ταινία εξερευνά όλα αυτά τα θέματα από την πλευρά μιας λεσβιακής σχέσης. Η ιστορία μας ρίχνει μια νέα ματιά σε αυτές τις καταστάσεις, υπογραμμίζοντας τα δικαιώματα της LGBTQ κοινότητας στο Χονγκ Κονγκ σήμερα. Οι γάμοι ομοφύλων αναγνωρίζονται και νομιμοποιούνται σε όλο και περισσότερες χώρες στον κόσμο, οπότε είναι σημαντικό ότι το Χονγκ Κονγκ ως μια χώρα διεθνοποιημένη έχει μια ταινία που εστιάζει σε αυτό το θέμα. Η ταινία διαπραγματεύεται το σημαντικό θέμα των δικαιωμάτων του συντρόφου που μένει πίσω και τα βαθιά συναισθηματικά ζητήματα πένθους και αντικρουόμενων δυνάμεων σε μια οικογένεια. Αναρωτιέται ποιο είναι το νόημα της οικογένειας στη σημερινή εποχή. Οι δεσμοί αίματος είναι πιο σημαντικοί από την συντροφιά μιας ζωής; Τι είναι πιο σημαντικό, οι ιδιοκτησίες ή οι προσωπικές σχέσεις δεκαετιών και οι κοινές αναμνήσεις;
Στο Χονγκ Κονγκ υπάρχει επιπλέον ένα ακόμα ζήτημα το οποίο υπογραμμίζει η ταινία, οι τιμές των ακινήτων είναι απλησίαστες για τους περισσότερους πολίτες. Όταν μια οικογένεια ονειρεύεται ένα άνετο σπίτι και ξαφνικά εμφανίζεται ένα μπροστά της, το αφήνει ή κάνει εκπτώσεις στη συνείδηση και τις ηθικές αξίες της; Κάθε θέμα που απεικονίζεται στην ταινία είναι ουσιαστικό και σπάνια συναντιέται στις ταινίες από την περιοχή. Παρόλο που το Χονγκ Κονγκ έχει μεγάλη παράδοση στον κινηματογράφο, υπάρχουν ελάχιστες ταινίες για παράδειγμα για τις λεσβιακές σχέσεις. Η ταινία Όλα θα Πάνε Καλά είναι η φυσική συνέχεια της προηγούμενης ταινίας μου Suk Suk που μιλούσε επίσης για το νόημα της οικογένειας και τις ανισότητες στην κοινωνία μας. Η νέα ταινία ρίχνει φως στις ζωές όσων δεν είναι στο επίκεντρο της μητροπολιτικής μας πόλης.»
Ολα Θα Πάνε Καλά / All Shall Be Well / Cong Jin Yihou
Σκηνοθεσία – Σενάριο: Ρέι Γιενγκ / Ray Yeung
Πρωταγωνιστούν: Patra Ga Man Au, Maggie Lin Lin Li, Tai Bo, So Ying Hui, Chung Hang Leung
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Ming Kai Leung
Μοντάζ: Kwun Tung Lai
Ήχος: Duu Chih Tu
Μουσική: Veronica Lee
Έτος Παραγωγής: 2024
Χώρα Παραγωγής: Χονγκ Κονγκ
Διάρκεια: 93 λεπτά
Κυκλοφορεί στις εγχώριες Κινηματογραφικές Αίθουσες, από την Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου, σε διανομή της εταιρείας One from the Heart