
Στο «Funny Games», ο Μίκαελ Χάνεκε αποδομεί το ίδιο το είδος του θρίλερ και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα τη σχέση μας με τη βία στην μεγάλη οθόνη. Ένα ζευγάρι και το παιδί τους βρίσκονται ξαφνικά αιχμάλωτοι δύο φαινομενικά ευγενικών νεαρών, που μετατρέπουν την επίσκεψή τους σε έναν σαδιστικό εφιάλτη. Πρόκειται για ένα κινηματογραφικό πείραμα που προκαλεί, σοκάρει και θέτει θεμελιώδη ερωτήματα για την ηθική του Σινεμά και την «απόλαυση» του θεατή.
Ένα ευκατάστατο ζευγάρι, η Άν και ο Τζώρτζ, μαζί με τον μικρό τους γιο, φτάνουν στο εξοχικό τους σπίτι για διακοπές. Η ηρεμία τους διακόπτεται όταν εμφανίζονται δύο ευγενικοί αλλά παράξενοι νεαροί, ο Πίτερ και ο Πωλ. Σύντομα, η επίσκεψη παίρνει σκοτεινή τροπή: οι δύο νεαροί μετατρέπουν το σπίτι σε φυλακή και ξεκινούν ένα σαδιστικό «παιχνίδι» βίας και ψυχολογικού τρόμου με θύματα την οικογένεια.
Αντί να χαρίσει στον θεατή τη συνηθισμένη κάθαρση του κινηματογραφικού τρόμου, ο Χάνεκε παρεμβαίνει ευθέως, «σπάει» την αφήγηση και δείχνει την αυθαίρετη εξουσία του δημιουργού αλλά και την συνενοχή του θεατή. Το «Funny Games» δεν είναι μια ταινία «για να φοβηθείς» αλλά μια εμπειρία που σε φέρνει αντιμέτωπο με το ίδιο το γεγονός ότι παρακολουθείς τη βία ως διασκέδαση.

Ο Μίκαελ Χάνεκε δεν γυρίζει απλώς ταινίες· στήνει κινηματογραφικά πειράματα που ξεσκεπάζουν τον ίδιο τον θεατή. Με το «Funny Games», το αμερικανικό remake της εμβληματικής του ταινίας, ο Αυστριακός δημιουργός αποδομεί τη γοητεία της βίας, καταργεί την ψευδαίσθηση της κάθαρσης και μετατρέπει το Σινεμά σε ένα αδυσώπητο καθρέφτισμα της δικής μας θέασης.
Αμείλικτο και προκλητικό, το Funny Games δεν είναι απλώς μια ταινία τρόμου· είναι ένα καλλιτεχνικό δοκίμιο πάνω στην ηθική του σινεμά, μια εμπειρία που συγκλονίζει και παραμένει ανοιχτή πληγή στη μνήμη του θεατή.

Το remake του «Funny Games» είναι ένα πειραματικό δείγμα του Σινεμά του Χάνεκε: ένας σκηνοθέτης που, αν οι θεωρίες του auteur έχουν κάποια ισχύ, εδώ το αποδεικνύει στον υπέρτατο βαθμό. Η αμερικανική εκδοχή είναι σχεδόν πανομοιότυπη με την αυστριακή — ίδια πλάνα, σκηνοθετικά στυλ, δομή, μέχρι την κάμερα · μόνο τα πρόσωπα και η γλώσσα άλλαξαν. Αυτό καταδεικνύει τη μοναδική διορατικότητα και αυθεντικότητα του δημιουργού ως καλλιτεχνικού «συγγραφέα» του έργου.
Με αυτή του την επιλογή, ο Μίκαελ Χάνεκε μπαίνει σε ένα ολιγομελές κλαμπ δημιουργών, οι οποίοι αποφάσισαν, ο καθένας για τους δικού του λόγους, να πραγματοποιήσουν ριμέικ της ίδιας τους της ταινίας. Στο ίδιο κλαμπ συναντάμε τον μετρ του σασπένς Άλφρεντ Χίτσκοκ, με την ταινία «O Άνθρωπος που Γνώριζε Πολλά», καθώς και τον βραβευμένο με Όσκαρ Χιλιανό σκηνοθέτη Σεμπαστιάν Λέλιο, με το έργο του: «Γκλόρια».

Μίκαελ Χάνεκε / Michael Haneke
Γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου του 1942 στο Μόναχο, αλλά μεγάλωσε κυρίως στη Βιέννη. Οι γονείς του ήταν καλλιτέχνες του θεάτρου, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την καλλιτεχνική του παιδεία. Σπούδασε φιλοσοφία, ψυχολογία και θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, ενώ εργάστηκε αρχικά ως ηθοποιός, κριτικός κινηματογράφου και αργότερα ως τηλεοπτικός και θεατρικός σκηνοθέτης.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 άρχισε να σκηνοθετεί τηλεταινίες για την αυστριακή και τη γερμανική τηλεόραση, όμως η ουσιαστική κινηματογραφική του πορεία ξεκίνησε το 1989 με την ταινία «The Seventh Continent», η οποία βασίστηκε σε μια πραγματική υπόθεση αυτοκτονίας οικογένειας. Με αυτήν την ταινία καθιέρωσε την ψυχρή, αποστασιοποιημένη αισθητική του, που στοχεύει στη ριζική αναμέτρηση με την κοινωνία της κατανάλωσης και της αποξένωσης.
Ακολούθησαν οι ταινίες «Benny’s Video» (1992) και «71 Fragments of a Chronology of Chance» (1994), σχηματίζοντας την ανεπίσημη «τριλογία της βίας» πάνω στην αποσύνθεση της ευρωπαϊκής μεσαίας τάξης και τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης. Το διεθνές σοκ ήρθε με το «Funny Games» (1997), όπου ο Χάνεκε αποδομεί τα κλισέ του θρίλερ, στρέφοντας το βλέμμα στον θεατή και κάνοντάς τον συνένοχο στη βία που παρακολουθεί.

Το «Code inconnu» (2000) και κυρίως το «La Pianiste» (2001) με την Isabelle Huppert και τον Benoît Magimel τον καθιέρωσαν οριστικά ως δημιουργό παγκόσμιου βεληνεκούς, με το δεύτερο να αποσπά μεγάλα βραβεία στις Κάννες. Το «Caché» (2005) συνδύασε πολιτικό σχόλιο και ψυχολογικό θρίλερ, ενώ το «Das weiße Band» (2009), αλληγορία για τις ρίζες του φασισμού στη γερμανική κοινωνία, του χάρισε τον πρώτο Χρυσό Φοίνικα.
Το «Amour» (2012), τρυφερό αλλά σπαρακτικό δράμα για τα γηρατειά και τον θάνατο, απέσπασε τον δεύτερο Χρυσό Φοίνικα και το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, επιβεβαιώνοντας τη θέση του Χάνεκε στο πάνθεον του σύγχρονου κινηματογράφου. Το «Happy End» (2017) επέστρεψε στη θεματική του για την αστική τάξη και την υποκρισία της, μέσα από μια πικρή ματιά στη σύγχρονη Ευρώπη.

Σήμερα ο Μίκαελ Χάνεκε θεωρείται δικαίως ως ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους δημιουργούς της εποχής μας. Ο κινηματογράφος του είναι άτεγκτος, αυστηρός, και συχνά «αντιθεαματικός», αλλά πίσω από την ψυχρότητα κρύβει μια βαθιά ηθική και φιλοσοφική διάσταση: μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε γιατί βλέπουμε αυτό που βλέπουμε και ποια είναι η ευθύνη μας ως θεατές.
Διαβάστε Επίσης:
Μίκαελ Χάνεκε: Ένας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής
Παράξενα Παιχνίδια / Funny Games
Σκηνοθεσία: Μίκαελ Χάνεκε
Σενάριο: Μίκαελ Χάνεκε
Πρωταγωνιστούν: Ναόμι Γουοτς, Τιμ Ροθ, Μάικλ Πιτ, Μπρέιντι Κορμπέ
Φωτογραφία: Ντάριους Κόντζι
Μοντάζ: Μόνικα Βίλι
Έτος Παραγωγής: 2007
Χώρα Παραγωγής: Η.Π.Α., Γαλλία, Ην. Βασίλειο, Αυστρία, Γερμανία, Ιταλία
Διάρκεια: 108 λεπτά
Κυκλοφορεί σε επανέκδοση στις εγχώριες Κινηματογραφικές Αίθουσες, από την Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου, σε διανομή της εταιρείας New Star