
Το 1976, ο Μάρτιν Σκορσέζε μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το σενάριο του σπουδαίου Πολ Σρέιντερ, σκηνοθετώντας τους Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Τζόντι Φόστερ, Χάρβεϊ Καϊτέλ και Σίμπιλ Σέπερντ, υπό τους ήχους του Μπέρναρντ Χέρμαν, σε μία εμβληματική στιγμή του Αμερικανικού Κινηματογράφου. Πενήντα χρόνια μετά, βλέπουμε ξανά τον θρυλικό «Ταξιτζή», μία από τις 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών.
Ο Τράβις Μπικλ (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) είναι ένας πρώην πεζοναύτης και βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ, ο οποίος πλέον ζει στη Νέα Υόρκη, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στη νέα τάξη πραγμάτων. Υποφέρει από αϋπνίες και από κατάθλιψη καθώς εργάζεται ως ταξιτζής τα βράδια, ενώ την ημέρα συχνάζει σε Κινηματογραφικές Αίθουσες όπου προβάλλονται πορνογραφικές ταινίες, σκεπτόμενος τον βαθμό στον οποίο ο κόσμος, και ειδικά η Νέα Υόρκη, έχει καταπέσει.
Ο ήρωας μας είναι μοναχικός και θεωρεί ότι έχει έντονη αίσθηση του σωστού και του λάθους στην ανθρωπότητα. Μοναδική του σανίδα σωτηρίας φαίνεται να είναι η Μπέτσι (Σίμπιλ Σέπερντ), μια κοπέλα που εργάζεται για την προεκλογική εκστρατεία του γερουσιαστή Τσαρλς Πάλανταϊν.

Ο Τράβις παθαίνει ψύχωση με την Μπέτσι και μετά από ένα ατυχές ραντεβού μαζί της, στο οποίο την οδηγεί σε ένα Σινεμά πορνογραφικών ταινιών, τρελαίνεται κι αποφασίζει να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να αλλάξει τον κόσμο.
Μία από τις προτεραιότητες του είναι η διάσωση της ανήλικης πόρνης Άιρις (Τζόντι Φόστερ) από το βούρκο της ακολασίας, για την οποία πιστεύει ότι προσπαθεί να ξεφύγει από την εκμετάλλευση που υφίσταται από τον προαγωγό της Μάθιου Σπορτ (Χάρβεϊ Καϊτέλ).
Μόλις με την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Σκορσέζε είχε πετύχει όχι μόνο να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 1976 και να συγκεντρώσει τέσσερις Υποψηφιότητες για Όσκαρ, αλλά και να καταγράψει μεταξύ άλλων, ως ο υπεύθυνος για μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες ατάκες στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης: «You talkin’ to me»?

Ο Σκορσέζε έχει σκηνοθετήσει πολλές φορές τον Ντε Νίρο και του έχει χαρίσει μερικούς από τους σημαντικότερούς του ρόλους. Πέρα από τις κλασικές ταινίες: «Οργισμένο Είδωλο», «Ο Ταξιτζής» και «Το Ακρωτήρι του Φόβου», έχουν επίσης συνεργαστεί στις ταινίες: «Κακόφημοι Δρόμοι», «Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη», «Βασιλιάς για μια Νύχτα», «Τα Καλά Παιδιά», «Καζίνο», καθώς και στα πιο πρόσφατα: «The Irishman» του 2019 και «Οι Δολοφόνοι του Ανθισμένου Φεγγαριού» του 2023.
Πριν ακόμα, ο Μάρτιν Σκορσέζε εισέλθει ως σκηνοθέτης στην ελίτ του Χόλιγουντ και μετριάσει ελαφρώς την προκλητικότητά του, το 1976 στον «Ταξιτζή», εξαναγκάστηκε να αλλάξει την παλέτα των χρωμάτων στις τελευταίες σκηνές, της ταινίας του, μειώνοντας έτσι την ένταση του κόκκινου, προκειμένου να μη χαρακτηριστεί το φιλμ εντελώς «ακατάλληλο» για τους θεατές.
Το θέμα της ταινίας είναι η περιπλάνηση ενός εκπληκτικού Ρόμπερτ Ντε Νίρο, στον λαβύρινθο της Νέας Υόρκης και ταυτόχρονα η ξενάγηση στο τοπίο της πλήρους αποξένωσης της προσωπικής του τρέλας. Στοιχεία, που προκάλεσαν θύελλα συζητήσεων για τη δικαιολογημένη ή όχι, χρήση της βίας, την εξύμνηση ή την καταδίκη της κουλτούρας των όπλων (που έτσι κι αλλιώς ανθεί στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού), αλλά και γενικότερα για τις πραγματικές προθέσεις του φιλμ.

Από τεχνικής άποψης, αφετηρία του Σκορσέζε στάθηκε η προβληματική του, αναφορικά με τον Kινηματογράφο ως εμπειρία παρόμοια με εκείνη των ονειρικών καταστάσεων ή της επήρειας ναρκωτικών. Σύμφωνα μάλιστα με όσα λέει ο ίδιος ο δημιουργός στο βιβλίο «Scorsese on Scorsese», οι σκηνές σε αργή κίνηση και η αίσθηση μεταξύ ύπνου και πραγματικότητας, είναι επίσης, ένα βασικό στοιχείο που διέπει την ταινία του.
Ο σεναριογράφος Πολ Σρέιντερ, επέλεξε εξ αρχής να προσδώσει στον βασικό πρωταγωνιστή, την ταυτότητα του βετεράνου του Βιετνάμ. Η αποξένωση του ταξιτζή Τράβις Μπικλ, υποδείκνυε στους θεατές, την κατάπτωση των παραδοσιακών αξιών που είχαν φέρει στο φως τόσο το αντιπολεμικό κίνημα της εποχής, με τα αντίστοιχα κοινωνικά ρήγματα, όσο φυσικά και η στρατιωτική ήττα.
Ο Πολ Σρέιντερ έλαβε την έμπνευση για τη συγγραφή του σεναρίου από το ημερολόγιο του Άρθουρ Μπρέμερ, ο οποίος πυροβόλησε τον Τζορτζ Γουάλας, υποψήφιο για τις Προεδρικές Εκλογές του 1972 στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και από το μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Σημειώσεις από το Υπόγειο».

Η προοπτική αυτή ταίριαζε απόλυτα με το όραμα του Σκορσέζε, να παρουσιάσει τον Ντε Νίρο ως «εκδικητή», ο οποίος αναζητεί τη λύτρωση. Έτσι εξηγούνται και οι διάχυτοι θρησκευτικοί συμβολισμοί. Οι σκηνές όπου ο σκηνοθέτης απεικονίζει τα όπλα, καθώς και άλλα αντικείμενα του ήρωα, εκεί όπου η κάμερα συλλαμβάνει από ψηλά, με τον τρόπο που παραδοσιακά στον κινηματογράφο αποδίδονται ο ιερέας και η Αγία Τράπεζα.
Στο «Taxi Driver», αναδεικνύεται για ακόμα μια φορά και η υποδειγματική ερμηνεία του Ντε Νίρο, η ποιότητα της οποίας, γίνεται ακόμη πιο θαυμαστή αν σκεφτεί κανείς ότι ακριβώς την ίδια περίοδο ο ηθοποιός, συμμετείχε στα γυρίσματα ενός ακόμη σπουδαίου φιλμ.

Ενώ λοιπόν τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, βρισκόταν στη Ρώμη για το «1900» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, κάθε Παρασκευή επέστρεφε αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη για να ενταχθεί στο συνεργείο του Σκορσέζε!
Προσεγγίζοντας τον ρόλο του Μπικλ με τη γνωστή του επιμέλεια, ο Ντε Νίρο φρόντισε να χάσει 18 κιλά, πήρε άδεια οδήγησης ταξί, ώστε να εκμεταλλεύεται τα διαλείμματα των γυρισμάτων και να οδηγεί στη Νέα Υόρκη, ενώ κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων γυρισμάτων στη Ρώμη έκανε εκδρομές στη Βόρεια Ιταλία, επισκεπτόμενος τις εκεί αμερικανικές βάσεις, με σκοπό να μελετήσει την προφορά στρατιωτών από τις μεσοδυτικές Πολιτείες.

Η επίδραση του «Ταξιτζή», υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη και ξεπερνώντας τα πολιτισμικά στεγανά της ψυχαγωγίας, έκανε ευρέως γνωστή την κουλτούρα των «εκδικητών» (vigilantes) ή αλλιώς, αυτόκλητων τιμωρών. Η αξία και ο προβληματισμός, του συγκεκριμένου έργου του Σκορσέζε, παραμένει πιο επίκαιρος από ποτέ, καταδεικνύοντας τη μοναξιά του «σύγχρονου πολιτισμού» των δυτικών μητροπόλεων.
Για την ιστορία, αξίζει τέλος να σημειώσουμε ότι, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (AFI), έχει συμπεριλάβει το «Taxi Driver», στις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Ο πολυβραβευμένος «Ταξιτζής» του Μάρτιν Σκορσέζε, απέσπασε τέσσερις Υποψηφιότητες για Όσκαρ, στις Κατηγορίες: Καλύτερης Ταινίας, Ά Ανδρικού και Β’ Γυναικείου Ρόλου, καθώς και μουσικής. Η εξαιρετική Τζόντι Φόστερ κέρδισε για την ερμηνεία της, το Βραβείο Bafta της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ενώ με το αντίστοιχο βραβείο τιμήθηκε και ο συνθέτης Μπέρναρντ Χέρμαν. Αξίζει να σημειωθεί πως για το Soundtrack του «Taxi Driver», ο Χέρμαν πήρε και βραβείο Grammy. Ενώ, όπως προαναφέραμε, την ίδια χρονιά η ταινία κέρδισε και τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
Ο Ταξιτζής / Taxi Driver
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε
Σενάριο: Πολ Σρέιντερ
Πρωταγωνιστές: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Τζόντι Φόστερ, Άλμπερτ Μπρουκς, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Λέοναρντ Χάρις, Πίτερ Μπόιλ, Σίμπιλ Σέπερντ
Μουσική: Μπέρναρντ Χέρμαν
Φωτογραφία: Μάικλ Τσάπμαν
Μοντάζ: Marcia Lucas
Χώρα Παραγωγής: Η.Π.Α.
Έτος Παραγωγής: 1976
Διάρκεια: 113 λεπτά