Αφιέρωμα στον Πιερ Πάολο Παζολίνι: Ο μεγάλος αιρετικός ποιητής της Έβδομης Τέχνης

Παρατηρητής, μελετητής, στοχαστής και δημιουργός του κινηματογράφου, μα πάνω απ΄ όλα «ποιητής των εικόνων», ο Πιερ Πάολο Παζολίνι (Pier Paolo Pasolini: 5 Μαρτίου 1922 – 2 Νοεμβρίου 1975), καθιερώθηκε δικαίως ως ένας πρωτότυπος αλλά και σημαντικός δημιουργός της Έβδομης Τέχνης. Ως σκηνοθέτης, κατάφερε να παρουσιάσει τη ζωή των ηρώων του, μέσα από κάθε περιθωριακή γωνιά της Ιταλίας, με αναφορές και κριτική ματιά, σε κάθε κοινωνική ομάδα της εποχής του.

«Αν διάλεξα να είμαι κινηματογραφιστής και όχι μόνο συγγραφέας, είναι επειδή προτίμησα αντί να εκφράζω την πραγματικότητα με σύμβολα, όπως είναι οι λέξεις, να εκφράζω μέσω του κινηματογράφου την πραγματικότητα με την πραγματικότητα.» – Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Ο Παζολίνι, υπήρξε αντιεξουσιαστής τόσο πολιτικά όσο και ιδεολογικά και βρήκε το θάρρος σε μία εποχή πνευματικής ένδειας, να εξαπολύσει ένα δριμύ «κατηγορώ» εναντίον της αστικής κουλτούρας, με το μανιφέστο που παρουσίασε το 1965, «Ο κινηματογράφος της ποίησης». Το γεγονός ότι οι ταινίες του διαποτίζονταν από ερωτισμό και βία με έντονο το στοιχείο του λυρισμού, ωθεί τους κριτικούς να τον αποκαλούν συχνά πυκνά ως «ποιητή του υποκόσμου».

«Μου είπαν ότι έχω τρία είδωλα: τον Χριστό, τον Μαρξ και τον Φρόυντ. Αυτά είναι φόρμουλες. Το μόνο μου είδωλο είναι η πραγματικότητα…» – Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Ενδεικτική Φιλμογραφία:
Ακατόνε (Accattone, 1961)
Μάμα Ρόμα (Mamma Roma, 1962)
Η οργή (La Rabbia, 1963)
Το τυρί (La Ricotta, 1963)
Ερωτικές συναντήσεις (Comizi d’ amore, 1964)
Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (Il Vangelo secondo Matteo, 1964)
Όρνια και πουλάκια (Uccellacci e uccellini, 1966)
Οιδίπους Τύραννος (Edipo re, 1967)
Τι πράγμα είναι τα σύννεφα; (Che cosa sono le nuvole?, 1967)
Θεώρημα (Teorema, 1968)
Χοιροστάσιο (Porcile, 1969)
Μήδεια (Medea, 1969)
Σημειώσεις για μια αφρικανική Ορέστεια (Appunti per un’ Orestiade Africana, 1970)
Το Δεκαήμερο (Il Decameron, 1971)
Οι θρύλοι του Καντέρμπουρι (I racconti di Canterbury , 1972)
Χίλιες και μία νύχτες (Il Fiore Delle Mille e una notte, 1974)
Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα (Salò o le centoventi giornate di Sodoma, 1975)

«Γεννήθηκα στην Μπολόνια. Είμαι σαρανταέξι χρόνων. Είμαι συγγραφέας κινηματογραφιστής. Πρωτοεμφανίστηκα με μια ποιητική συλλογή, αφού είχα τελειώσει το Πανεπιστήμιο, στα είκοσι μου χρόνια. Υπήρξα φιλόλογος. Υπήρξα διευθυντής λογοτεχνικών περιοδικών. Έγραψα βιβλία. Έκανα ταινίες και τώρα αρχίζω ένα καινούριο επάγγελμα, το επάγγελμα του δημοσιογράφου: συνεργάζομαι με μια εβδομαδιαία εφημερίδα στην οποία κρατάω μια τακτική στήλη. […] Το 1961, γύρισα την πρώτη μου ταινία, το «Accattone» με άγνωστους ηθοποιούς. Στην προβολή της ταινίας στη Ρώμη, φασίστες θεατές ρίξανε στην οθόνη κλούβια αυγά και μελανοδοχεία. Γύρισα κατόπιν με την Άννα Μανιάνι και τον Φράνκο Τσίτι το «Mamma Roma». Κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ Βενετίας, όπου η ταινία αντιπροσώπευε επίσημα την Ιταλία προσπάθησαν να την κατάσχουν, κάνοντας αγωγή.» – Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Ας δούμε πιο αναλυτικά, έξι χαρακτηριστικές ταινίες του σπουδαίου Ιταλού δημιουργού:

«Accattone» (1961)

Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι με τη δική του υπέροχη ποιητική ματιά, μέσα από το φιλμ «Accattone», παρουσιάζει πιο έντονο τον ρεαλισμό κινηματογραφώντας την πραγματικότητα της εξαθλιωμένης παρακοινωνίας που ενεργεί στο περιθώριο. Μία πιστή καταγραφή της ιταλικής κοινωνίας του λούμπεν, που η αδράνεια τους οδηγεί σε μειωμένη κοινωνική συνείδηση, αποκομμένοι από την πραγματικότητα. Εξήντα χρόνια μετά, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη, έρχεται να μας υπενθυμίσει την διαχρονικότητα της Έβδομης Τέχνης.

Ο ήρωας της ταινίας, ο Ακατόνε, φυτοζωεί σε μια φτωχογειτονιά της Ρώμης, με τα χρήματα μιας ιερόδουλης, της Μανταλένας. Όταν η γυναίκα καταλήγει στη φυλακή, αυτός δυσκολεύεται να επιβιώσει, καθώς προσπαθώντας να τα ξαναβρεί με τη γυναίκα του, που ζει μαζί με το παιδί τους στο πατρικό της σπίτι, τελικά καταλήγει διωγμένος και ξυλοκοπημένος. Ο Ακατόνε αποφασίζει να κάνει τον προαγωγό και να βάλει στη θέση της Μανταλένας, τη Στέλλα, μια νέα του γνωριμία. Η κοπέλα όμως δεν είναι φτιαγμένη για τη σκληρή ζωή του πεζοδρομίου και τότε ο Ακατόνε αποφασίζει να βρει κάποια δουλειά, για να μπορέσει να συντηρήσει τον εαυτό του και τη Στέλλα.

Όμως δεν αντέχει ούτε μια μέρα τον μόχθο της εργασίας, αφού δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του. Χωρίς να το ξέρει ότι η αστυνομία τον έχει βάλει στο στόχαστρό της, καθώς η Μανταλένα τον έχει καταγγείλει από τη φυλακή για μαστροπεία, ο Ακατόνε μπλέκει σε μια μικροληστεία, στην προσπάθεια του να επιβιώσει. Αυτή είναι η ιστορία που πραγματεύεται το σπουδαίο κινηματογραφικό ντεμπούτο του σπουδαίου Ιταλού δημιουργού, Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Πρωταγωνιστούν: Φράνκο Τσίτι, Φρανκα Πασούτ, Αντριάνα Άστι. Μια ταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Παζολίνι: «Μια βίαιη ζωή». Ένα λιτό, υποβλητικό, ασπρόμαυρο αριστούργημα.

Ο πρωταγωνιστής της ταινίας Φράνκο Τσίτι, έγινε γνωστός κυρίως μέσα από τις ταινίες του Παζολίνι, ο οποίος του είχε ιδιαίτερη αδυναμία λόγω της ιδιαίτερης εκφραστικότητας του προσώπου του, όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. Σε ηλικία 26 ετών, ο Τσίτι ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Accattone» του Παζολίνι (1961). Ακολούθησαν συμμετοχές στα φιλμ του Ιταλού σκηνοθέτη των δεκαετιών ’60 και ’70: «Μάμα Ρόμα» (1962) δίπλα στην Άννα Μανιάνι, το «Χοιροστάσιο» (1969) και το «Δεκαήμερο» (1971).

Ο Τσίτι συμμετείχε σε μεγάλο μέρος της φιλμογραφίας του μεγάλου κινηματογραφιστή, φιλόσοφου και ποιητή με σημαντικούς ρόλους στα φιλμ «Βασιλιάς Οιδίποδας» (1967), «Οι Θρύλοι του Καντέρμπουρι» (1972) και «Χίλιες και μία νύχτες» (1974) ενώ είχε δουλέψει ως ηθοποιός στην ταινία του σκηνοθέτη του Σέρτζιο Τσίτι, «Οστια» (1970). Υπήρξε επίσης ενεργός ως ηθοποιός του θεάτρου. Το 1972, η φήμη του έφθασε στο Χόλυγουντ, όταν κλήθηκε να υποδυθεί τον Κάλο στο επικό φιλμ του Φράνσις Φορντ Κόπολα, «Ο Νονός». Αναβίωσε τον ρόλο το 1990 στο τρίτο μέρος της επικής κινηματογραφικής σειράς. Σημαντικές ήταν οι εμφανίσεις του και σε άλλες γνωστές ιταλικές ταινίες, όπως στο «Μια σειρά δολοφονίες»(1976) του Έλιο Πέτρι και στο «Φεγγάρι» (1979) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.

Στην ταινία «Accattone», η ρεαλιστική περιγραφή του «άγονου» βίου και της «αμαρτωλής» πολιτείας των λούμπεν, συνδυάζεται έξοχα με μια ποιητική σπουδή της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς τους. Οι εξαθλιωμένες ζωές των ηρώων, που επιλέγει ο Παζολίνι να υποδύονται πολλοί ερασιτέχνες ηθοποιοί και οι οποίοι καθιερώνονται μέσα από τις ταινίες του, δημιουργούν ένα σύγχρονο έπος της πραγματικότητας. Καταξιωμένος ποιητής και μυθιστοριογράφος ήδη από τη δεκαετία του ’50 και κατόπιν συνεργάτης σε σενάρια αρκετών ταινιών, ο Παζολίνι πραγματοποιεί στην Ιταλία το 1961 την πρώτη ολοκληρωμένη κινηματογραφική του κατάθεση, εκπλήσσοντας κυρίως όσους τον εκτιμούσαν μόνο ως συγγραφέα. Πέρα από τις λέξεις, το συγκλονιστικό «Accattone» δεσπόζει στον παγκόσμιο κινηματογράφο και ως μια ιστορία εικόνων.

«Μάμα Ρόμα» (Mamma Roma – 1962)

Η σκηνοθεσία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που κατανοεί βαθιά την ταξική ασφυξία των ανθρώπων του περιθωρίου, βρίσκει ένα μεγαλειώδες ισοδύναμο, μέσα από την συγκλονιστική ερμηνεία της Άννα Μανιάνι. Το «Μάμα Ρόμα», γυρισμένο το 1962, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα της τέχνης του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη.

Η Μάμα Ρόμα (συγκλονιστικά ερμηνευμένη από την κορυφαία Ιταλίδα ηθοποιό, Άννα Μανιάνι), είναι μια πόρνη στις φτωχογειτονιές της Ρώμης, που αποχωρεί από το «επάγγελμα» όταν ο προαγωγός της ο Κάρμινε, την εγκαταλείπει και παντρεύεται. Η γυναίκα επιθυμώντας μια ζωή καλύτερη από εκείνη του πεζοδρομίου, φέρνει κοντά της τον γιο της Έτορε, ο οποίος αγνοεί το πραγματικό επάγγελμα της μητέρας του και έχοντας στήσει έναν πάγκο στη λαϊκή, αγωνίζεται με κάθε τρόπο να δημιουργήσει μια προοπτική και να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον για το παιδί της.

Η σχέση της με τον Έτορε είναι γεμάτη από εντάσεις και συγκρούσεις, καθώς εκείνος περνά μια δύσκολη εφηβεία. Η Μάμα Ρόμα οργανώνει έναν εκβιασμό για να μπορέσει να του βρει μια θέση εργασίας και με την βοήθεια των παλιών της επαγγελματικών γνωριμιών τα καταφέρνει. Ο Κάρμινε όμως, επανέρχεται στη ζωή της και με την απειλή να αποκαλύψει στον γιο της όλη την αλήθεια, την αναγκάζει να βγει ξανά στο πεζοδρόμιο. Εν τω μεταξύ ο Έτορε, που έχει μάθει το παρελθόν της μητέρας του, έχει παρατήσει τη δουλειά του και επιδίδεται σε μικροκλοπές και κάποια στιγμή καταλήγει στη φυλακή, όπου πεθαίνει από μια ξαφνική ασθένεια. Η Μάμα Ρόμα μένει μόνη και απελπισμένη σ’ έναν εχθρικό κόσμο.

«Oπως ο Ακατόνε, η Μάμα Ρόμα με τον δικό της ωμό και πρωτόγονο τρόπο έχει μια κάποια μορφή συνείδησης η οποία αναπτύσσεται σιγά σιγά. Στην πραγματικότητα έχει αυτό το θανατερό άγχος και αυτή την απλή, πρωτόγονη χαρά. Ομως έχει και κάτι από τον άλλο κόσμο, τον αστικό μας κόσμο, ένα μικροαστικό ιδανικό. Όταν παίρνει μαζί της τον γιο της στη Ρώμη, ξέρει ακριβώς τι θέλει, έχει ήδη μια ιδεολογία, προφανώς λανθασμένη και συγκεχυμένη, βγαλμένη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα περιοδικά, τις ταινίες, κάτι που ο Ακατόνε δεν το έχει.» – Πιερ Πάολο Παζολίνι

Στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Παζολίνι καταπιάνεται με το λούμπεν προλεταριάτο. Η «Μάμα Ρόμα» αποτελεί ουσιαστικά μια θεματική και μορφική συνέχεια του «Ακατόνε». Υπάρχει πάλι η ίδια αίσθηση του ρεαλισμού, της κοινωνικής καταγραφής του κόσμου του υποπρολεταριάτου των μακρινών συνοικιών της Ρώμης, που στέκονται στη σκιά της ζωής κι απελπισμένοι προσπαθούν να γλιτώσουν από την κατάντια της. Ο Παζολίνι φτιάχνει εικόνες συναρπαστικές εμπνευσμένες από αναγεννησικαούς πίνακες, εικόνες που επενδύει με μία το ίδιο εκπληκτική μουσική, εκείνη του Βιβάλντι.

«Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» (The Gospel According to St. Matthew / Il vangelo secondo Matteo – 1964)

Ανάμεσα στις πολλές δημιουργίες που κατά καιρούς έχουν κυκλοφορήσει στην μεγάλη οθόνη και που αντλούν σεναριακά την πηγή της έμπνευσης τους, από τα Πάθη του Χριστού, το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Πιερ Πάολο Παζολίνι, κατέχει μία διακριτή και περίοπτη θέση. Το φιλμ του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη ξεχωρίζει, διότι μέσα από τον συμβολισμό και τη λυρικότητά του, καταφέρνει να μεταδίδει διαχρονικά τα μηνύματά του, ανεξάρτητα από θρησκείες, έθνη και φανατισμούς.

Η ταινία γυρισμένη το 1964 αποτελεί ίσως την κορυφαία μεταφορά της ζωής του Χριστού στην μεγάλη οθόνη. Είναι από τις λίγες φορές, που ο κινηματογράφος της πρόζας και ο κινηματογράφος της ποίησης συμπλέκονται, συμφύρονται και δημιουργούν ένα αμάλγαμα που διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό το παρόν παζολινικό έργο από όλες τις άλλες ως τότε μεταφορές αλλά και όσες θα ακολουθήσουν. Ο Παζολίνι παρουσιάζει τον λόγο του Ματθαίου, απλό, λιτό και καίριο, χωρίς λογοτεχνικές εξάρσεις, στοχεύοντας στη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια των αφηγούμενων γεγονότων. Όλη η ταινία διακατέχεται από σκηνές άμεσης ανάπλασης που ανταποκρίνονται στην άποψη του πιστού Ματθαίου, ο οποίος καταγράφει εύπιστα χωρίς να κρίνει.

«Η μεγάλη δυσκολία του Ευαγγελίου ήταν ακριβώς να μην καταστραφεί η διήγηση του Ματθαίου, να κρατηθεί όρθια πάση θυσία. Αυτό, μεταξύ άλλων με υποχρέωσε να πραγματοποιήσω μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη δική μου οπτική γωνία και σ’ αυτήν του πιστού – ανάμεσα δηλαδή σε δύο διηγήσεις. Νομίζω ότι στάθηκα συνεπής, όσο ήταν δυνατόν. Απ’ την άλλη, η ανατροπή που πραγματοποίησα, είναι φανερή: αναφέρεται σε μια ολόκληρη μικροαστική, αλλά και εμπορική, εικονογραφία. Έκανα το παν για να διαφυλάξω και ν’ αντλήσω την πραγματικότητα της διήγησης του Ματθαίου, κι αυτό, με πολεμική διάθεση: ενάντια στον φανατισμό ενός ορισμένου μαρξισμού κι ενός ορισμένου λαϊκισμού.» – Πιερ Πάολο Παζολίνι

Με σκηνές έντονου στιλιζαρίσματος, ο σπουδαίος Πιέρ Πάολο Παζολίνι, μας παραθέτει την άποψή του και καταγράφει τα γεγονότα αμφιβάλλοντας συνεχώς για την πραγματική υπόστασή τους. Χρησιμοποιεί ερασιτέχνες ηθοποιούς και είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου η Σουζάνα Παζολίνι, μητέρα του σκηνοθέτη, υποδύεται την ενήλικη Παναγία και θρηνεί τον νεκρό Χριστό.

«Θέλησα να καταλάβω τα πάντα, θέλησα να δω μέσα από τα μάτια ενός πιστού μια πραγματικότητα θρησκευτικού τύπου. Στο «Ακατόνε» επρόκειτο για μια κατάδυση επική κι όχι ψυχολογική στον κόσμο που θα περιγραφόταν. Το ζητούμενο του Ευαγγελίου – δηλαδή, η υφολογική σύμφυρση ενός πνευματικού κι ενός απλού, ιδιωτικού κόσμου – είναι ίδιο με αυτό των μυθιστορημάτων μου. Με αυτή την έννοια, το Ευαγγέλιο βρίσκεται πιο κοντά στα μυθιστορήματά μου…» – Πιερ Πάολο Παζολίνι

Ο Παζολίνι, επιλέγει τη νότιο Ιταλία για τα γυρίσματα της ταινίας του και επιμελείται ο ίδιος τη μουσική και τη χρήση της. Έχουμε έτσι ένα μοναδικό ηχητικό κολάζ. Όπου οι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις του Λουίς Μπακάλοφ, συνδέονται με τα κλασικά έργα του Μπαχ, του Μότσαρτ και του Προκόφιεφ. Ενώ παράλληλα αποσπάσματα από τη «Missa Lyba» ή το κλασικό spiritual «Sometimes l feel Like a Motherless Child», ακούγονται στην ταινία διασκευασμένα από τον Μπακάλοφ και τραγουδισμένα από την Odetta. Η ταινία «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, εκφράζει όλη τη νοσταλγία του δημιουργού για το μυθικό, το επικό και το ιερό, όπως βέβαια τα αντιλαμβάνεται ο ίδιος, μακριά από δόγματα και φανατισμούς.

«Το Ευαγγέλιο μου έβαζε το εξής πρόβλημα: δεν μπορούσα να το εξιστορήσω σαν ένα κλασικό αφήγημα, γιατί δεν είμαι πιστός, αλλά άθεος. Από την άλλη ήθελα να διηγηθώ την ιστορία του Χριστού, Υιού του Θεού. Έπρεπε λοιπόν να διηγηθώ μια ιστορία στην οποία δεν πίστευα. Δεν μπορούσε λοιπόν να είμαι εγώ εκείνος που εξιστορεί. Έτσι χωρίς να το θέλω οδηγήθηκα στην ανατροπή, όλης μου της κινηματογραφικής τεχνικής και γεννήθηκε αυτό το μάγμα ύφους, που είναι χαρακτηριστικό του κινηματογράφου της ποίησης. Γιατί για να μπορέσω να εξιστορήσω το Ευαγγέλιο, έπρεπε να βυθιστώ στην ψυχή ενός που πιστεύει. Εδώ έγκειται ο έμμεσος ελεύθερος λόγος: από τη μια μεριά η αφήγηση βλέπεται με τα δικά μου μάτια και από την άλλη, με τα μάτια ενός πιστού και είναι αυτό που προκαλεί το συμφυρμό του ύφους, αυτό το μάγμα που προανέφερα…» – Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«Το Θεώρημα» (Teorema – 1968)

Μια μεγαλοαστική οικογένεια βιομηχάνου ζει στο Μιλάνο σε μία πολυτελή βίλα. Πατέρας, μητέρα, γιος, κόρη και μια υπηρέτρια. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας νέος και πανέμορφος επισκέπτης (Τέρενς Στάμπ), χωρίς να γνωρίζουμε για ποιον λόγο. Όλα τα μέλη της οικογένειας (και η υπηρέτρια) μεθούν από την ομορφιά του και του κάνουν ερωτικό άνοιγμα στο οποίο εκείνος ανταποκρίνεται.

Ύστερα από ένα μικρό διάστημα ο μυστηριώδης επισκέπτης αποφασίζει να φύγει. Όλοι του εξομολογούνται την επιρροή που είχε στη ζωή τους και μετά την αναχώρηση του μοιραία η οικογένεια διαλύεται. Ο γιος ασχολείται απεγνωσμένα και αποτυχημένα με την τέχνη. Η κόρη τρελαίνεται και κλείνεται στη σιωπή. Η μητέρα αναζητά τον αγοραίο έρωτα, ενώ ο πατέρας χαρίζει το εργοστάσιο στους εργάτες και φεύγει γυμνός στην έρημο. Η υπηρέτρια γυρίζει στο χωριό της όπου γίνεται αγία. Ποιος ήταν όμως ο μυστηριώδης επισκέπτης που τόσο καθοριστικά τους αναστάτωσε;

Μία μοναδική και κριτική προσέγγιση της μεσοαστικής τάξης από τον κινηματογραφικό φακό του Πιερ Πάολο Παζολίνι, που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, καθώς, πέρα από το προκλητικό του θέματος, για τον Παζολίνι ο άγνωστος είναι ο Θεός. Παράλληλα τα δύο κυρίαρχα μοτίβα είναι η έρημος και η διαχρονικότητα της θεότητας. Συγκλονιστικές σκηνές σ’ ένα εξαιρετικά τολμηρό έργο.

Η ταινία ήταν υποψήφια για τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας, ενώ απέσπασε το βραβείο καλύτερης ερμηνείας για τη Λάουρα Μπέτι. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που ο Παζολίνι εργάζεται κυρίως με επαγγελματίες ηθοποιούς. Τη μουσική υπογράφει ο σπουδαίος Ένιο Μορικόνε και πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί: Τέρενς Στάμπ, Σιλβάνα Μαγκάνο, Μασίνο Τζιρότι, Αλφόνσο Γκάτο, Λάουρα Μπέτι.

Η ιστορία της ταινίας είναι απλή αλλά συνάμα και συναρπαστική. Το φιλμ γυρίστηκε το 1968, την εποχή που ο Παζολίνι άρχισε να κάνει παραβολικές ταινίες, με ύφος έντονα καταγγελτικό ενάντια στην μεγαλοαστική τάξη. Ο ίδιος είχε πει χαρακτηριστικά, μιλώντας για το θέμα της ταινίας του: «ό,τι κι αν κάνει ένα μέλος της αστικής κοινωνίας είναι πάντα λάθος. Οτιδήποτε γίνεται από την αστική τάξη, όσο ειλικρινές βαθύ κι ευγενικό κι αν είναι, βρίσκεται πάντα στη λάθος πλευρά των γραμμών».

Παράλληλα στο «Θεώρημα» ο Παζολίνι ασκεί από τη μία οξύτατη κριτική στην «αγία οικογένεια», ενώ από την άλλη, η ταινία φαίνεται να στοχάζεται πάνω στη φύση του έρωτα ο οποίος μπορεί να λειτουργήσει είτε ως ανίατη ασθένεια είτε ως «λυτρωτική» και «θεία» αποκάλυψη.

Όμως το «Θεώρημα», δεν φέρνει τη σφραγίδα μόνο ενός μαέστρου της Έβδομης Τέχνης όπως ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, αλλά κι ενός μαέστρου της κινηματογραφικής μουσικής σύνθεσης. Ο λόγος για τον ανεπανάληπτο Ένιο Μορικόνε. Ο πολυσχιδής και πολυγραφότατος Ιταλός συνθέτης, έχει υπογράψει περισσότερες από 400 μουσικές επενδύσεις για ταινίες ξεκινώντας από το 1961. Στην πλούσια καριέρα του, ξεχωρίζουν συνεργασίες με σπουδαίους σκηνοθέτες όπως οι: Μπερτολούτσι, Παζολίνι, Ταβιάνι, Αρτζέντο, Μπράιαν ντε Πάλμα, Ποντεκόρβο, Μάλικ και πλήθος άλλων.

Το «Θεώρημα» είναι πάνω απ’ όλα ένα ποιητικό δημιούργημα. Ένα χαρακτηριστικό έργο ενός σημαντικού σκηνοθέτη που δεν υπάκουε σε κανένα κατεστημένο ηθικό κώδικα και επηρέασε όχι μόνο τον Ιταλικό αλλά και τον Παγκόσμιο Κινηματογράφο.

«Xοιροστάσιο» (Porcile – 1969)

Σε κάποια απροσδιόριστη αρχαϊκή εποχή, ένας ερημίτης στις πλαγιές της Αίτνας γίνεται ανθρωποφάγος, λήσταρχος, καταδικάζεται σε θάνατο και κατασπαράσσεται από ζώα. Στη Γερμανία του ’60, ο διαφορετικός και απροσάρμοστος γιος ενός βιομηχάνου καταβροχθίζεται από γουρούνια πληρώνοντας τις σοδομιτικές του τάσεις.

Το «Χοιροστάσιο» είναι η διπλή παράλληλη αφήγηση αυτών των δύο σκοτεινών παραβολών. Από τη μία καταγγελία μιας κοινωνίας κανιβαλικής απέναντι στα απείθαρχα παιδιά της και από την άλλη, μία μαύρη ιδεολογική κωμωδία του αδιέξοδου. Η εμβληματική ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι καταλήγει σε ανησυχητικά ερωτηματικά για την παρακμή της μεταναζιστικής Ευρώπης. Γι’ αυτό και η σχετική υποτίμηση της αξίας της στην εποχή της.

«Εκείνη την εποχή γερνούσα, μιας και είχα περάσει τα σαράντα, χάνοντας εντελώς τις ελπίδες μου, γιατί έβλεπα την Ιταλία να γίνεται χώρα ηλίθια και χωρίς μέλλον, γιατί έβλεπα την κρίση του Κομμουνιστικού Κόμματος και μ’ είχε καταλάβει κάτι σαν χιουμοριστική φρονιμάδα, που κατά βάθος με έσωσε. Όταν κάποιος βλέπει κομμάτια της ταινίας, μπορεί να τα βρει πνευματώδη ή διασκεδαστικά, αλλά στο σύνολό τους είναι παγερά. Η ιδέα της εναλλαγής των δύο ιστοριών είναι η αρχική ποιητική ιδέα που μ’ ερέθισε και μ’ έκανε να φτιάξω την ταινία· αυτή η σχέση ανάμεσα στα γεμάτα και στα κενά.» – Πιερ Πάολο Παζολίνι

Ο Παζολίνι ως σκηνοθέτης, κατάφερε να παρουσιάσει τη ζωή των ηρώων του, μέσα από κάθε περιθωριακή γωνιά της Ιταλίας, με αναφορές και κριτική ματιά, σε κάθε κοινωνική ομάδα της εποχής του. Ο «Μεγάλος Αιρετικός» του Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, κατορθώνει μέσα από το έργο του να παραμένει επίκαιρος και ταυτόχρονα, διαχρονικός. Οι ταινίες του Παζολίνι είναι ουσιαστικά ένας ποιητικός, αλλά και κυνικός κόσμος, βυθισμένος μέσα στον ακραίο ερωτισμό και τα ανεξέλεγχτα πάθη. Μοναδικές δημιουργίες, ωμές, σχεδόν αιρετικές. Προκαλούσαν και προκαλούν μέχρι σήμερα αντιδράσεις και συζητήσεις.

Στο καταγγελτικό και προκλητικό «Χοιροστάσιο» του 1969, ο Παζολίνι εκφράζεται μέσω μιας πολιτικής και φιλοσοφικής συζυγίας, με φόντο την πολιτική κατάσταση στην Ιταλία, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Η ταινία υπήρξε ο προάγγελος του «Σαλό». Της τελευταίας – και κατά πολλούς, σημαντικότερης – ταινίας του. Μίας ιστορικής ταινίας που τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά επικύρωσε την αθανασία του στο κινηματογραφικό στερέωμα για πάντα.

«Μήδεια» (Medea – 1969)

Ο Ιάσωνας επιστρέφει από την αργοναυτική εκστρατεία, έχοντας το Χρυσόμαλλο Δέρας κι είναι έτοιμος να παντρευτεί την Γλαύκη, κόρη του Κρέοντα. Κάνοντας, όμως αυτό, εγκαταλείπει την σύζυγό του που υποφέρει, τη Μήδεια, που είναι επίσης και η μητέρα των δύο παιδιών του. Όταν ο βασιλιάς εξορίζει τη Μήδεια, εκείνη καταστρώνει ένα δόλιο σχέδιο εκδίκησης.

Η Μήδεια είναι μία ταινία του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη, Πιερ Πάολο Παζολίνι, με βάση την τραγωδία του Ευριπίδη. Πρωταγωνιστεί η σπουδαία τραγουδίστρια της όπερας, Μαρία Κάλλας, στην μοναδική της εμφάνιση επί της κινηματογραφικής οθόνης. Το φιλμ είναι γυρισμένο στην Καππαδοκία, με τον Παζολίνι να μένει πιστός στον μύθο. Παράλληλα πλαισιώνει την ταινία μουσικά με ακούσματα κλασικής ιρανικής μουσικής, παραδοσιακής ιαπωνικής μουσικής και άλλα έθνικ κομμάτια, τονίζοντας έτσι την πρωτόγονη φύση των ανθρώπων της Μήδειας μέσα από ιεροτελεστίες και ανθρωποθυσίες.

Πρόκειται για ένα βαθιά στοχαστικό κινηματογραφικό δοκίμιο, όπου ο σκηνοθέτης ακροβατεί ιδανικά ανάμεσα στη σύγκρουση της λογικής – την οποία εκπροσωπεί ο Ιάσονας – και της μανίας για εκδίκηση που εκφράζει η πληγωμένη Μήδεια. Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί: Μαρία Κάλλας, Μάσιμο Τζιρότι, Τζουζέπε Τσεντίλε, Λωράν Τερζιέφ, Μάρκαρετ Κλεμεντί.

«Κάποιες φορές γράφω τα σενάριά μου χωρίς να γνωρίζω ποιος ηθοποιός θα ερμηνεύσει κάθε ρόλο. Σε αυτή την περίπτωση γνώριζα ότι θα ήταν η Μαρία Κάλλας, οπότε προσάρμοσα το γράψιμό μου πάνω της. Είχε μεγάλη επίδραση στη συγκρότηση του χαρακτήρα της ηρωίδας.» – Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«Ελπίζω να κατάφερα να βγάλω προς τα έξω όσο γινόταν καλύτερα την ανθρώπινη φύση της Μήδειας, κάτι που στον μύθο υπάρχει ελάχιστα, σε αντίθεση με την κακεντρέχεια. Ίσως να ήρθα σε αντιπαράθεση με τον Παζολίνι, αλλά επιθυμία μου ήταν να δείξω κάτι περισσότερο από την καλοσύνη της ηρωίδας, να πάω πέρα από τις σκοτεινές πλευρές του χαρακτήρα της.» – Μαρία Κάλλας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s