Δώδεκα χαρακτηριστικές ταινίες του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ: Ο κορυφαίος Γάλλος σκηνοθέτης που μας έμαθε να βλέπουμε αλλά και να γράφουμε για το Σινεμά

Κριτικός Κινηματογράφου στο θρυλικό γαλλικό περιοδικό «Cahiers du Cinema» του Αντρέ Μπαζέν, εμπνευστής και ιδρυτής του καλλιτεχνικού κινήματος της Νουβέλ Βαγκ (Nouvelle Vague), αλλά κυρίως σκηνοθέτης εμβληματικών ταινιών. Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ (Jean-Luc Godard: 3 Δεκεμβρίου του 1930 – 13 Σεπτεμβρίου του 2022), επηρέασε όσο ελάχιστοι, όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τις ταινίες, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο γράφουμε γι’ αυτές. Τιμώντας την μνήμη ενός μοναδικού καλλιτέχνη, παρουσιάζουμε δώδεκα χαρακτηριστικές δημιουργίες του, οι οποίες νίκησαν τον χρόνο και μας θυμίζουν γιατί ο Κινηματογράφος αξίζει να λογίζεται ως η Έβδομη Τέχνη!

«Με Κομμένη την Ανάσα» (Breathless / A Bout De Souffle – 1960)

Τον Μάρτιο του 1960, προβάλλεται στη Γαλλία, η πρώτη μεγάλου ταινία ενός σκηνοθέτη που έμελλε να επηρεάσει όσο λίγοι, την πορεία και την εξέλιξη της Έβδομης Τέχνης, καθώς ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ παρουσιάζει το φιλμ: «Με Κομμένη την Ανάσα». Η ταινία σύμβολο του γαλλικού νέου κύματος και του μοντέρνου κινηματογράφου, που σηματοδότησε το πέρασμα του Σινεμά σε μια νέα εποχή και μας σύστησε έναν από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς του.

Η ιστορία της ταινίας, αφορά στην ερωτική – αν και κάπως αμήχανη – σχέση δύο νέων, μιας Aμερικανίδας (Τζιν Σίμπεργκ / Jean Seberg) κι ενός Γάλλου (Ζαν Πολ Μπελμοντό / Jean Paul Belmondo) στο Παρίσι. Διάχυτες είναι στην ατμόσφαιρα οι ανησυχίες αυτής της περιόδου, εκ μέρους της συγκεκριμένης γενιάς, οι οποίες αντιμετωπίζονται συχνά πυκνά με μια παιγνιώδης διάθεση. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε, πως το σενάριο βασίστηκε σε μια ιδέα του Φρανσουά Τρυφώ.

Η κάμερα στο χέρι που κινείται αδιάκοπα, πλάνα μακριά σε διάρκεια, εισαγωγή εικόνων από την ποπ αρτ (κόμικς, γκράφιτι), jump cuts (όταν διακόπτεται η αλληλουχία της ροής των πλάνων), αναφορές σε έργα της παγκόσμιας τέχνης, λογοπαίγνια, freeze frame (όταν παγώνει η εικόνα), γυρίσματα σε εξωτερικούς φυσικούς χώρους, χαμηλός προϋπολογισμός, αυτοσχεδιασμοί στον διάλογο, φυσικοί φωτισμοί και πειραματισμοί στον ήχο, είναι κάποια από τα στοιχεία που ενωμένα μεταξύ τους σαν ένα είδος καλλιτεχνικού κολάζ, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που αποκαλούμε: Nouvelle Vague.

«Ζούσε τη Ζωή της» (Vivre sa vie / My Life to Live – 1962)

Έχοντας εκδιωχθεί από το διαμέρισμά της, η Νανά (έμμεση αναφορά στον Εμίλ Ζολά) θέλει αρχικά να γίνει ηθοποιός. Πηγαίνει λοιπόν στον κινηματογράφο και παρακολουθεί την κλασσική βωβή ταινία «Τα πάθη της Ζαν Ντ’ Αρκ» του Καρλ Ντράγιερ. Ωστόσο η αποτυχία της στον χώρο του σινεμά την ωθεί στην «εύκολη λύση» της πορνείας. Αναζητώντας την ευτυχία μακριά από τον σύζυγο και το παιδί της, η Νανά (Άννα Καρίνα) βρίσκει μια ψευδαίσθηση ελευθερίας στα πεζοδρόμια του Παρισιού.

Η ταινία μας παρουσιάζει σταδιακά αλλά και μεθοδικά, το πέρασμα της ηρωίδας από την ευκαιριακή, «ερασιτεχνική» εκπόρνευση, στην επαγγελματική πορνεία, καταγράφοντας μια σειρά από διαδοχικές στιγμές αυτής της πορείας. Πιστεύοντας ότι μπορεί να «δανείζει» το κορμί της στους άλλους χωρίς να χάσει την ψυχή της, η Νανά διεκδικεί να κερδίσει την ελευθερία της, μέσα από την εκπόρνευση. Η πραγματικότητα, όμως, θα τη διαψεύσει. Κι αυτό διότι, όπως είναι αναπόφευκτο, αργά ή γρήγορα θα πέσει στα χέρια ενός προαγωγού, ενώ παράλληλα γνωρίζει κι έναν άντρα ο οποίος θα την ερωτευθεί.

Ο Γκοντάρ, συνδυάζει εδώ μοναδικά τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ και μας παρουσιάζει ένα υπέροχο δείγμα γραφής, ενός κινηματογραφικού ρεύματος, που έμελλε να αλλάξει για πάντα, την σύγχρονη ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Tο «Ζούσε τη Ζωή της» δεν είναι απλά οι γυμνοί τοίχοι του Παρισιού, που κινηματογραφούνται έξοχα στο ασπρόμαυρο φιλμ από τον φωτογράφο Pαούλ Kουτάρ, ούτε μόνο το σχεδόν μαγικό πρόσωπο της Aννας Kαρίνα που λάμπει διαρκώς. Είναι όλα αυτά μαζί, ενώ ταυτόχρονα ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ μας εισάγει στον μοναδικό κόσμο του. Έναν κόσμο προσωπικής σκέψης που μέσα από τη δημιουργική φαντασία του καλλιτέχνη και τις συνεχείς αναφορές και παραπομπές, παίζει ένα διαρκές κρυφτό με τον θεατή, από τον οποίο σχεδόν απαιτεί να συνεχίσει να παρακολουθεί το έργο.

H δομή της ταινίας αποτελείται από δώδεκα αποσπασματικές ενότητες – με μεσότιτλους στη αρχή τους – οι οποίες μοιάζουν με στατικές εικόνες. Πόζες που αποκτούν κίνηση και λόγο. Οι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζουν. Μπαίνουν και βγαίνουν ελεύθερα στο κάδρο και ο Γκοντάρ δεν διστάζει να τους κινηματογραφεί με την πλάτη γυρισμένη στην κάμερα. Συνδυάζοντας τη μυθοπλασία με την τεκμηρίωση και εγγράφοντας το προσωπικό δράμα της ηρωίδας σ’ έναν ευρύτερο κοινωνικό και φιλοσοφικό προβληματισμό, ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει ένα πραγματικό αριστούργημα και μία από τις πιο αντιπροσωπευτικότερες ταινίες του γαλλικού Νέου Κύματος.

«Οι Καραμπινιέροι» (Les Carabiniers / The Carabineers – 1963)

Στο επίκεντρο της ταινίας διεξάγεται ένας πόλεμος, ο οποίος δεν είναι τοποθετημένος ιστορικά και θα μπορούσε να παραπέμπει στον ‘Β Παγκόσμιο ή και στον πόλεμο της Αλγερίας, που βρισκόταν εν εξελίξει κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας. Οι καραμπινιέροι, με το δέλεαρ της αρπαγής και της λεηλασίας, στέλνουν δύο αδέλφια – τα ονόματα των οποίων, Μιχαήλ Άγγελος και Οδυσσέας, συνδυάζουν τα Ομηρικά Επη και την Αναγέννηση – σ’ αυτόν τον απροσδιόριστο πόλεμο, στο όνομα φυσικά, του βασιλιά, της πατρίδας, του έθνους, του θεού κλπ.

Όταν ο πόλεμος τελειώνει, οι «ήρωες» επιστρέφουν σπίτι και στις γυναίκες της οικογένειας, που ονομάζονται Κλεοπάτρα και Αφροδίτη, κουβαλώντας σε μια βαλίτσα τα λάφυρα και τους θησαυρούς του κόσμου που αποκόμισαν από την αποστολή τους και που δεν είναι τίποτε άλλο από μια συλλογή καρτ ποστάλ. Οι καραμπινιέροι οδηγούνται στον βασιλιά για να παρασημοφορηθούν, αλλά εν τω μεταξύ ο βασιλιάς έχει ανατραπεί χάνοντας τη μάχη με τον «εσωτερικό εχθρό», οπότε οι επαναστάτες τους τουφεκίζουν, μέσα στο χάος και την κοινωνική αναταραχή που έχει δημιουργηθεί.

Η ταινία του Γκοντάρ, βασισμένη στο θεατρικό έργο του Ιταλού, Μπενιαμίνο Τζόπολο, στην κινηματογραφική διασκευή του οποίου συνεργάστηκαν οι Ρομπέρτο Ροσελίνι και Ζαν Γκριό (σεναριογράφος του Αλέν Ρενέ και του Φρανσουά Τρυφό). Πρόκειται για ταινία που ασκεί σκληρή κριτική στην έννοια, την ιδέα και κυρίως την εικόνα του πολέμου. Είναι αφιερωμένη στον μεγάλο Γάλλο σκηνοθέτη Ζαν Βιγκό. Προκάλεσε αντιδράσεις στην εποχή της για την ριζοσπαστική της γραφή, αλλά σήμερα θεωρείται δικαίως ένα από τα καλύτερα έργα της πρώτης περιόδου του Γκοντάρ.

«Η Περιφρόνηση» (Le Mepris / Contempt – 1963)

Ο Αμερικανός παραγωγός Τζέρεμι Πρόκος (Τζακ Πάλανς) προσλαμβάνει τον γνωστό Αυστριακό σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ (υποδύεται τον εαυτό του στην ταινία) προκειμένου να μεταφέρει στον κινηματογράφο την Οδύσσεια του Ομήρου. Δυσαρεστημένος όμως με την «καλλιτεχνική» προσέγγιση που ακολουθεί ο σκηνοθέτης, προσλαμβάνει τον Πωλ Ζαβάλ (Μισέλ Πικολί), συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών και θεατρικών έργων, για να επεξεργαστεί το σενάριο.

Η σύγκρουση μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και εμπορικής απήχησης ακολουθεί μια παράλληλη πορεία με την προοδευτική αποξένωση του Πωλ από τη σύζυγο του Καμίλ (Μπριζίτ Μπαρντό – φωτογραφία άρθρου) η οποία φαίνεται να ξεκινά από τη στιγμή που ο Πωλ αφήνει την Καμίλ μόνη με τον εκατομμυριούχο παραγωγό.

Η «Περιφρόνηση» του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είναι ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του σύγχρονου κινηματογράφου. Η ταινία ενέπνευσε παθιασμένους παιάνες και επηρέασε μία ολόκληρη γενιά κινηματογραφιστών. Είναι βέβαια κοινό μυστικό πλέον, πως υπήρχαν πολλά προβλήματα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Από τους φωτογράφους που ακολουθούσαν παντού την Μπαρντό, μέχρι την κακή σχέση του σκηνοθέτη με τον Αμερικανό ηθοποιό Πασκάλ Πάλανς.

Λέγεται μάλιστα ότι ο μόνος με τον οποίο τα πήγαινε καλά ο Γκοντάρ ήταν ο Φριτζ Λανγκ, τον οποίο είχε ως είδωλο. Παρ’ όλα αυτά κανένα ίχνος των προβλημάτων στα γυρίσματα δεν διαφαίνεται στο εξαίρετο τελικό αποτέλεσμα. Η «Περιφρόνηση» είναι δομημένη ως μία άρτια και σύγχρονη τραγωδία.

«Μια βαθύτατα επιδραστική κινηματογραφική συνάντηση με την αιωνιότητα. Μία από τις πιο συγκινητικές ταινίες της εποχής της.» – Μάρτιν Σκορσέζε

«Ο Τρελός Πιερό» (Pierrot Le Fou – 1965)

Εδώ και μερικά χρόνια, ο Φερντινάν βρίσκεται εγκλωβισμένος σ’ έναν γάμο που τον βοήθησε στην κοινωνική του ανέλιξη, αλλά τον έχει βυθίσει στην ανία. Η τυχαία συνάντησή του με τη Μαριάν Ρενουάρ – έναν παλιό του έρωτα – είναι απλά η αφορμή που έψαχνε, για να αποτινάξει τα δεσμά του και να αποδράσει μαζί της προς άγνωστη κατεύθυνση. Αφού σβήσουν τα ίχνη τους και απομονωθούν σαν σύγχρονοι ναυαγοί, οι δύο νέοι θα εξασφαλίσουν τα προς το ζην με τα πιο απίθανα κόλπα, φτάνοντας μέχρι τον γαλλικό νότο. Εκεί όπου θα λάβει χώρα το οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Πειραματισμός, νεωτερισμός και αντισυμβατικές ιδέες εκφράζονται με έντονα χρώματα και φίλτρα. Εκρηκτικός και αυθόρμητος «Ο Τρελός Πιερό», είναι ένα ιδιαίτερο road trip χωρίς γεωγραφική αφετηρία και τέλος. Ένα φιλμ μπολιασμένο με ιδέες και επίκαιρους σχολιασμούς αλλά βέβαια κι εδώ δεν ακολουθούνται οι συνήθης φόρμες. Μια καλλιτεχνική ματιά σε αιώνια και αναπάντητα ερωτήματα. Ο υλισμός και ο πολιτισμός, η έλλειψη επικοινωνίας και οι αρχετυπικές ασυμβατότητες των δύο φύλων, απασχολούν για ακόμη μία φορά τον Ζαν-Λυκ Γκοντάρ.

«- Γιατί υπάρχει αυτό το απόσπασμα για τον Βελάσκεθ;

  • Είναι το θέμα. Ο ορισμός της ταινίας. Ο Βελάσκεθ στο τέλος της ζωής του δε ζωγράφιζε πλέον, συγκεκριμένα πράγματα. Το ξαναλέει ο Μπελμοντό όταν μιμείται τον Μιμόν: δεν πρέπει να περιγράφουμε τους ανθρώπους, αλλά αυτό που υπάρχει ανάμεσά τους. Πριν από δυο – τρία χρόνια είχα την εντύπωση ότι τα πάντα είχαν γίνει στον κινηματογράφο, ότι δεν έμενε τίποτα να κάνουμε. Γύρισαν το «Ιβάν ο Τρομερός», «Ο Άρτος Ημών ο Επιούσιος». Μας έλεγαν να κάνουμε ταινίες πάνω στο πλήθος, αλλά το «Πλήθος» είχε γίνει, γιατί να το ξανακάνουμε; Με λίγα λόγια, ήμουν απαισιόδοξος. Μετά τον «Τρελό Πιερό» δεν έχω πια την ίδια εντύπωση των πάντων. Ναι. Πρέπει να κινηματογραφήσουμε, να μιλήσουμε για τα πάντα. Όλα μένουν να γίνουν.» – Ζαν-Λυκ Γκοντάρ

«Αλφαβίλ» (Alphaville – 1965)

Στον κόσμο της Αλφαβίλ ο χρόνος και ο χώρος είναι σχετικά. Η χιονισμένη νύχτα στην μία άκρη της πόλης συνορεύει με το ηλιόλουστο θέρος της άλλης, ενώ η Νέα Υόρκη και το Τόκιο βρίσκονται σκορπισμένα στις μακρινές γωνιές του σύμπαντος. Οι άνθρωποι φέρουν τον προσωπικό τους κωδικό στον λαιμό, θυμίζοντας πειραματόζωα και επαναλαμβάνουν προγραμματισμένες κοινωνικές συμπεριφορές. Ένα πολύπλοκο σύστημα ηλεκτρονικών νευρώνων επιβλέπει τα πάντα, επεμβαίνει και ανακρίνει.

Το κλάμα και το γέλιο απαγορεύονται και οι αντιφρονούντες εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες, στις πλατείες θεάτρων και σε εσωτερικές πισίνες. Ένας ιδιόμορφος ιδιωτικός ντετέκτιβ (Eddie Constantine) προσπαθεί να ανακαλύψει τι απέγινε ο προκάτοχος του (Akim Tamiroff), μία σκοτεινή femme fatale (Anna Karina) κι ένα μυστήριο προς εξιχνίαση, αποτελούν τα κεντρικά κομμάτια ενός παζλ που ζητά απεγνωσμένα – αλλά όχι μάταια – τη λύση του.

Ο πατέρας της Νουβέλ Βαγκ, Ζαν Λυκ Γκοντάρ, έχοντας στη διάθεσή του τρεις σπουδαίους ηθοποιούς – Eddie Constantine, Anna Karina, Akim Tamiroff – μας παρουσιάζει με το γνωστό ανατρεπτικό του στιλ, το θρυλικό «Αλφαβίλ» (Alphaville – 1965). Ένα μοναδικό φουτουριστικό φιλμ, που ενώ αρχικά δείχνει τόσο διαφορετικό από την υπόλοιπη φιλμογραφία του σπουδαίου Γάλλου σκηνοθέτη, σταδιακά και καθώς το αποκωδικοποιούμε καρέ καρέ, βλέπουμε όλες εκείνες τις αρετές που διέπουν τον κινηματογράφο του Γκοντάρ, ενώ ως συνήθως, υπογράφει και το πολύ καλό σενάριο της ταινίας. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι το φιλμ προβλήθηκε το 1965 στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, όπου και απέσπασε την Χρυσή Άρκτο.

«Συνέβη στην Αμερική» (Made in U.S.A – 1966)

Η Πόλα Νέλσον φθάνει στο Ατλάντικ Σίτι της Γαλλίας (μια φανταστική πόλη) για να εξιχνιάσει το μυστήριο της εξαφάνισης του φίλου της, Ντικ. Η αστυνομία την παρακολουθεί και κάποια στιγμή την ανακρίνει για να μάθει τι γνωρίζει ακριβώς για την υπόθεση. Όσο προχωρά η έρευνα, τα πράγματα αντί να ξεκαθαρίζουν μπερδεύονται όλο και περισσότερο και τα πτώματα πληθαίνουν γύρω της, χωρίς ποτέ να μαθαίνουμε εάν σχετίζονται με την υπόθεση. Η ίδια, αμφιλεγόμενη και μυστηριώδης, φαίνεται να είναι μπλεγμένη σε κάποιες από τις δολοφονίες.

Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, εφαρμόζοντας το δικό του αξίωμα ότι «μια ταινία μπορεί να έχει αρχή, μέση, τέλος, αλλά όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά», αυτοσχεδιάζει, βασισμένος ελεύθερα στο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Σταρκ «Το φέρετρο ήταν άδειο και δημιουργεί». Χρησιμοποιώντας τις τεχνικές του κολάζ και του cut-up και με έκδηλες αναφορές στο αμερικανικό σινεμά (οι ήρωες ονομάζονται Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ, Ντόναλντ Σίγκελ, Ρόμπερτ Όλντριτζ) και στις υποθέσεις των δολοφονιών του Κένεντι και του Μπεν Μπάρκα, το «Συνέβη στην Αμερική» είναι ένα φιλμ μονταρισμένο με τη λογική των κόμικς.

«Η Κινέζα» (La Chinoise – 1967)

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 μία νέα τάση κάνει την εμφάνιση της στον Ευρωπαϊκό Κινη­ματογράφο και συγκεκριμένα στη Γαλλία. Το νέο αυτό ρεύμα κινηματογράφησης στρέφεται ενάντια στον μέχρι τότε παρα­δοσιακό αφηγηματικό κινηματογράφο της προηγούμενης γενιάς, ενώ παράλλη­λα αναζητά τρόπους έκφρασης μιας νέας δημιουργικής γλώσσας. Έτσι γεννήθηκε η Νουβέλ Βαγκ. Σε αυτή την περίοδο, με τον έντονο πολιτικό προσανατολισμό, ανήκει και το χαρακτηριστικό φιλμ «Η Κινέζα» του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ.

Ένας μικρός, μαοϊκός πυρήνας, απομονωμένος σε κάποιο παρισινό διαμέρισμα. Πέντε φοιτητές ακούνε Ράδιο Πεκίνο, συζητώντας για την πολιτιστική επανάσταση, τις μορφές δράσης και το νόημα της τρομοκρατίας. Όμως η πολιτική δολοφονία που σχεδιάζουν δε θα εξελιχθεί όπως επιθυμούν και θα καταλήξει μια πράξη χωρίς νόημα. Το προφητικό φιλμ του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, ο οποίος λίγο πριν το Μάη του ’68 διαισθάνεται την ειλικρινή επιθυμία εξέγερσης των νέων, και την απεικονίζει μαζί με τον βερμπαλισμό, την σύγχυση και την ουτοπική της προοπτική. Πρωταγωνιστούν: Αν Βιαζέμσκι, Ζαν Πιερ Λεόντ, Μισέλ Σεμενιάκο.

«Γουίκεντ / Ένα Σαββατοκύριακο» (Weekend – 1967)

Από το 1965 ως το 1968, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ δημιουργεί ταινίες έντονα επηρεασμένες από τα πολιτικά γεγονότα της τρέχουσας δεκαετίας και τα κοινωνικοπολιτικά ρεύματα που θα αναδυθούν πριν αλλά και κατά τη διάρκεια του Μάη του ’68. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά, τον «Τρελό Πιερό» (1965), την «Κινέζα» (1967) και φυσικά το «Γουίκεντ» (1967).

«Ήθελα να ξεκινήσω από μια ιστορία συμβατική και να ανακατασκευάσω, με διαφορετικό τρόπο, ό,τι είχε γίνει μέχρι τότε στον κινηματογράφο. Ήθελα επίσης να δώσω την εντύπωση ότι τα κινηματογραφικά μέσα ανακαλύπτονταν ή δοκιμάζονταν για πρώτη φορά.» Ζαν-Λυκ Γκοντάρ

Μέσα από το εφιαλτικό σαββατοκύριακο που περνά ένα ζευγάρι πλήρως αλλοτριωμένων αστών, κατά το ταξίδι του από το Παρίσι στους αιματοβαμμένους δρόμους της γαλλικής επαρχίας, ο Γκοντάρ απλώνει τη συντριβή και την κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού.

Η ταινία εξελίσσεται μέσα σε ένα πολιτικά φορτισμένο, δηλητηριωδώς αστείο και αποκαλυπτικό πανόραμα χάους και τρόμου, το οποίο παίζει αλλεπάλληλα με τις συμβάσεις του κινηματογραφικού μέσου, με τις ανοχές του κοινού, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Με τον αντίκτυπο καλλιτεχνικής χειροβομβίδας, το τοξικό αριστούργημα του Γκοντάρ παραβιάζει κανόνες και ταμπού με διάθεση οδοστρωτήρα, περιέχει στιγμιότυπα αξέχαστης βιρτουοζιτέ – όπως το εκτενές μονοπλάνο-επίτευγμα στο θέαμα ενός μποτιλιαρίσματος – και προκαλεί σοκ μέχρι σήμερα, σε πείσμα όσων νομίζουν ότι έχουν δει τα πάντα στο Σινεμά.

«Ο Σώζων Εαυτόν Σωθήτω» (Sauve qui peut (la vie) / Every Man for Himself – 1980)

Η ταινία εξελίσσεται σε τέσσερα μέρη, εν είδει μουσικής παρτιτούρας. Το πρώτο με τίτλο «Φανταστικό» έχει ως κύριο πρόσωπο την Ντενίζ, η οποία εγκαταλείπει τη δουλειά της στην τηλεόραση και τον εραστή της, τον σκηνοθέτη Πολ Γκοντάρ για να πάει να ζήσει στην επαρχία. Στο δεύτερο μέρος με τίτλο «Φόβος», ο ήρωας, ο Πολ, εγκλωβισμένος σε μια συναισθηματική παγίδα και κυρίως αδυνατώντας να διαχειριστεί τις σχέσεις του με τις γυναίκες, φοβάται να αφήσει την πόλη και να ακολουθήσει την ερωμένη του.

Στο τρίτο μέρος, το «Εμπόριο», το κεντρικό πρόσωπο είναι η Ιζαμπέλ, μια επαρχιώτισσα που έρχεται στην πόλη για να βγάλει τα προς το ζην, ασκώντας το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου και η οποία παρουσιάζεται ως υποψήφια ένοικος για το διαμέρισμα της Ντενίζ. Ο Πολ βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο γυναίκες. Η Ντενίζ φεύγει, η Ιζαμπέλ μένει, ενώ ο Πολ, που δεν θέλει ούτε να φύγει αλλά ούτε και να μείνει, αντιμετωπίζει ένα υπαρξιακό και συναισθηματικό κενό. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της ταινίας με τίτλο «Μουσική», συγκεντρώνονται όλα τα πρόσωπα της ταινίας, τα μουσικά θέματα και οι ζωές των ηρώων συναντώνται, διαπλέκονται και συγκρούονται, για να ακολουθήσει στο τέλος ο καθένας τον δικό του δρόμο.

Το «Σώζων Εαυτόν Σωθήτω» σηματοδοτεί την επιστροφή του Γκοντάρ στον κινηματογράφο, ύστερα από μια μεγάλη περίοδο δέκα ετών, όπου πειραματίστηκε με το βίντεο και την τηλεόραση. Πρόκειται για μια ταινία μεγάλης στυλιστικής ωριμότητας και ουσιαστικού προβληματισμού σχετικά με την ανθρώπινη κατάσταση. Έξοχο το πρωταγωνιστικό τρίο με τους Ιζαμπέλ Ιπέρ, Ναταλί Μπεΐ και Ζακ Ντιτρόν.

«Film Socialisme» (2010)

Ένα κρουαζιερόπλοιο διασχίζει τη Μεσόγειο. Ένας εγκληματίας πολέμου με την εγγονή του, ένας Γάλλος κι ένας Ρώσος αστυνομικός, ένας Παλαιστίνιος πρέσβης, ο Αλέν Μπαντιού και η Πάτι Σμίθ είναι μερικοί μόνο, από τους επιβάτες που δίνουν την αφορμή για διαλόγους στην ταινία του Γκοντάρ και μάλιστα σε διαφορετικές γλώσσες και για διαφορετικά θέματα.

Η κοινή σταθερά που διατρέχει την ιστορία μας, είναι η επίσκεψη σε τοποθεσίες γνωστών ιστοριών, αρχαίων ή και πιο πρόσφατων, αληθινών ή φανταστικών. Κοινό τους σημείο αναφοράς, το γεγονός ότι όλες βρίσκονται γύρω από τη Μεσόγειο: Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Οδησσός, Ελλάδα, Νάπολη και Βαρκελώνη, είναι το οδοιπορικό, που μας καλεί να ταξιδεύσουμε και να γνωρίσουμε, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ.

Παρόλο, που ένας από τους έξι σταθμούς στο κρουαζιερόπλοιο του Γκοντάρ, είναι η Ελλάδα, θα παρατηρήσετε, βλέποντας την ταινία, ότι ο αριθμός των αντίστοιχων πλάνων είναι αναλογικά μικρός σε σχέση με τους υπόλοιπους πέντε προορισμούς. Αυτό συμβαίνει, διότι σύμφωνα με την παραγωγή, όταν ο Γάλλος σκηνοθέτης απευθύνθηκε στους αρμόδιους Έλληνες φορείς προκειμένου να λάβει την απαιτούμενη άδεια για γυρίσματα στην Επίδαυρο, εκείνοι απαίτησαν να δουν πρώτα το σενάριο…

Το «Film Socialisme» του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ του 2010, αν και δεν συγκαταλέγεται στις καλύτερες ταινίες ενός ιδιοφυή καλλιτέχνη, ωστόσο αποτελεί μία χαρακτηριστική δημιουργία, της πιο σύγχρονης καριέρας του Γάλλου σκηνοθέτη. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να σημειώσουμε ότι πρόκειται για ένα μάθημα ιστορίας κι εν μέρει, αποτελεί ένα σύγχρονο και επίκαιρο πολιτικό σχόλιο, για τις χώρες της Μεσογείου κυρίως, αλλά και γενικότερα.

«Αποχαιρετισμός στη Γλώσσα» (Adieu au langage / Goodbye to Language – 2014)

Μια παντρεμένη γυναίκα κι ένας ανύπαντρος άντρας συναντιούνται. Αγαπιούνται, τσακώνονται, διαφωνούν έντονα. Ένας αδέσποτος σκύλος κάνει βόλτα και περιπλανιέται ανάμεσα στην πόλη και στην εξοχή. Οι εποχές περνούν. Ο άντρας κι η γυναίκα συναντιούνται ξανά. Ο σκύλος βρίσκεται ακόμα ανάμεσά τους. Ο άλλος είναι μέσα στον έναν, ο ένας μέσα στον άλλον κι είναι τρεις.

Τέσσερα χρόνια μετά το «Film socialisme» (2010), ο κορυφαίος Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, επιστρέφει με τη νέα του δημιουργία: «Αποχαιρετισμός στη Γλώσσα» (Adieu au langage / Goodbye to Language – 2014), το οποίο προβάλλεται τόσο σε 2D όσο και σε 3D φορμάτ. Ο εμβληματικός καλλιτέχνης μας συστήνει το νέο του έργο, που αποτελεί κατά βάση ένα ιδιόμορφο πείραμα στον χώρο της Έβδομης Τέχνης. Ένα φιλμικό μυστήριο, το οποίο αποδομεί τους κανόνες και επανεξετάσει τους κώδικες της κινηματογραφικής γλώσσας, όπως μόνο ο πατέρας της Νουβέλ Βαγκ, γνωρίζει τόσο καλά να διαμορφώνει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s